Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ρατσισμός: Εννοιολογική προσέγγιση μιας ετικέτας

* Το άρθρο που ακολουθεί είναι μια απόπειρα εννοιολογικής προσέγγισης στον ρατσισμό. Δεν είναι ένα ακόμα ηθικολογικό κείμενο που λέει «τι κακό πράγμα είναι ο ρατσισμός» (αυτό είναι αυτονόητο), αλλά μια προσπάθεια – έστω ατελής – να οριστεί η έννοια κατά το δυνατόν γενικά, έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να καθορίσει πότε μια συμπεριφορά είναι ή δεν είναι ρατσιστική. Το άρθρο αποτελεί ωρίμανση ιδεών που είχα δημοσιεύσει παλιότερα τόσο στην (παλιά) «Ελευθεροτυπία», όσο και στο «Βήμα»...

Στη χώρα της υπερβολής, η «ετικετοποίηση» της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι εύκολη υπόθεση! Στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, για παράδειγμα, αν υιοθετούσες τις ρητορείες της Αριστεράς ήσουν «προοδευτικός», ενώ σε αντίθετη περίπτωση ήσουν «φασίστας». Αργότερα, αρκούσε να εκδηλώσεις συμπάθεια προς την λεγόμενη «Αλλαγή» για να χαρακτηριστείς «πρασινοφρουρός». Σήμερα, μια νέα ετικέτα – η πιο επικίνδυνη και δηλητηριώδης απ’ όλες – ήρθε για να μείνει στην πολυπολιτισμική Ελλάδα: αυτή του «ρατσιστή». Την τοποθετούν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, συχνά μάλιστα και χωρίς αίσθημα δικαιοσύνης, εκπρόσωποι μιας ιδιαίτερης πολιτικής και κοινωνικής αντίληψης, σε όλους ανεξαιρέτως όσους εκφράζουν ενστάσεις για το διογκούμενο κύμα μετανάστευσης στη χώρα, με τις γνωστές επιπτώσεις του στην ελληνική κοινωνία...

Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι η ηθική αξιολόγηση των Ελλήνων με βάση το κατά πόσο ενυπάρχουν ή όχι σ’ αυτούς ρατσιστικές τάσεις (μια τέτοια ανάλυση θα απαιτούσε πολύ προσεκτική μελέτη των δεδομένων και, σε κάθε περίπτωση, θα υπερέβαινε κατά πολύ τις δυνατότητες του γράφοντος) αλλά, σε θεμελιωδέστερο επίπεδο, η προσπάθεια εύρεσης ενός κοινά αποδεκτού εννοιολογικού πλαισίου – πέραν αυτού που μας υποδεικνύουν τα λεξικά – βάσει του οποίου θα μπορούσε κάποιος να κρίνει αντικειμενικά αν μια δοσμένη συμπεριφορά είναι ή όχι ρατσιστική.

Συμπαγής και οικουμενικά αποδεκτός ορισμός της έννοιας του ρατσισμού δεν υφίσταται. Η έννοια ορίζεται συνήθως με τρόπο που να καλύπτει συγκεκριμένες συμπεριφορές διαχωρισμού με βάση, π.χ., φυλετικά, εθνικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά, κλπ., χαρακτηριστικά. Αυτός ο εννοιολογικός κατακερματισμός είναι μεν χρήσιμος για τις ανάγκες κατηγοριοποίησης του προβλήματος, αφήνει όμως μια αίσθηση ανολοκλήρωτου σε όσους επιζητούν την ένταξη ενός συνόλου συμπεριφορών σε ένα ενιαίο πλαίσιο. Με την απόλυτη επίγνωση ότι εκφράζουμε προσωπικές – και όχι κατ’ ανάγκη επαρκώς γενικές ή οικουμενικά αποδεκτές – θέσεις, προτείνουμε τον ακόλουθο ορισμό:

Ρατσισμός είναι κάθε ιδεολογία ή πρακτική που στοχεύει στον επιλεκτικό διαχωρισμό σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων, μελών μιας κοινωνίας, με βάση ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών τα οποία τα μέλη της ομάδας φέρουν ακούσια και τα οποία, αντικειμενικά, δεν επηρεάζουν την δυνατότητα συμμετοχής των μελών της ομάδας στις θεμελιώδεις λειτουργίες της κοινωνίας. (Ως «θεμελιώδεις λειτουργίες» εννοούμε το σύνολο των δράσεων που απαιτούνται για την αυτοσυντήρηση της κοινωνίας και την πρόοδό της στην κατεύθυνση των κοινά αποδεκτών στόχων της.)

Προσέξτε τρεις βασικές προϋποθέσεις που θέτει ο ορισμός:

(1) Ο διαχωρισμός θέτει την ομάδα σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία (είναι, δηλαδή, αρνητικός).

(2) Τα χαρακτηριστικά λόγω των οποίων η ομάδα υφίσταται διάκριση δεν είναι αποτέλεσμα εκούσιας επιλογής των μελών της (είναι μη-επιλεγμένα).

(3) Τα εν λόγω χαρακτηριστικά δεν αποτελούν ανασταλτικούς υπαρξιακούς παράγοντες για την κοινωνία.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

1. Οι διώξεις των Ναζί κατά των Εβραίων ήταν ρατσιστικές, αφού βασίζονταν σε ένα μη-επιλεγμένο φυλετικό χαρακτηριστικό το οποίο με κανέναν αντικειμενικό τρόπο δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την ομαλή συμμετοχή των διωκόμενων στην οικονομική, πνευματική, πολιτική, κλπ., ζωή της Γερμανίας.

2. Ο αποκλεισμός ενός παίκτη με ύψος 1.60μ από μια ομάδα μπάσκετ δεν είναι ρατσιστικός: μπορεί μεν το ύψος να είναι μια μη-επιλεγμένη ιδιότητα, επηρεάζει, εν τούτοις, την δυνατότητα του παίκτη να συμβάλει θετικά στην λειτουργία της ομάδας.

3. Ο αποκλεισμός ατόμων από δημόσια αξιώματα λόγω του φύλου τους ή των σεξουαλικών τους ιδιαιτεροτήτων – εφόσον η άσκησή τους, εννοείται, δεν παραβιάζει αυτονόητους νόμους κάθε πολιτισμένης κοινωνίας – είναι σαφώς ρατσιστικός. (Σημειώνουμε εδώ ότι, ειδικά, οποιαδήποτε ρατσιστική διάκριση με βάση το φύλο κωδικοποιείται με τον όρο «σεξισμός».)

4. Οι καπνιστές ακούγονται συχνά να αποκαλούν τον αποκλεισμό της συνήθειάς τους από δημόσιους χώρους «ρατσιστικό». Με βάση τον ορισμό που δώσαμε, αυτό είναι ανακριβές, για δύο λόγους: Πρώτον, το κάπνισμα αποτελεί μια επιλεγμένη συμπεριφορά. Δεύτερον, η συμπεριφορά αυτή είναι εν δυνάμει επιβλαβής ακόμα και γι’ αυτούς που, χωρίς να την επιλέγουν, την υφίστανται από τον διπλανό τους. Έτσι, η άσκηση της συνήθειας του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους καθιστά τον καπνιστή εξ ορισμού «αντικοινωνικό» στοιχείο και δικαιολογεί τον περιορισμό των ελευθεριών του.

5. Ας προσέξουμε τώρα μια «γκρίζα» περιοχή του θέματος. Για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της γυναίκας στον εργασιακό στίβο, μια πολιτεία θεσπίζει την εξής πολιτική: Πρώτιστο κριτήριο για την επιλογή υποψηφίων για δημόσιες θέσεις είναι, φυσικά, τα προσόντα των υποψηφίων. Όμως, μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας με τα ίδια τυπικά προσόντα, επιλέγεται δια νόμου η γυναίκα. Εδώ, τόσο ο άντρας υποψήφιος, όσο και η γυναίκα, μπορούν να ισχυριστούν ότι πέφτουν θύματα διάκρισης λόγω ενός ρατσιστικού νόμου. (α) Ο άντρας θα ισχυριστεί, και δικαίως, ότι πληρώνει το τίμημα μιας μη-επιλεγμένης ιδιότητάς του (φύλο) η οποία, επιπλέον, δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της εργασίας για την οποία υπέβαλε υποψηφιότητα. (β) Η γυναίκα, αν και ευνοούμενη επαγγελματικά από τον νόμο, θα αισθανθεί ότι, σε ηθικό επίπεδο, ο νόμος αυτός την αντιλαμβάνεται ως πολίτη δεύτερης κατηγορίας (άρα, της επιφυλάσσει αρνητική διάκριση), αφού νιώθει (ο νόμος) την υποχρέωση να την «πριμοδοτήσει» κοινωνικά σαν να πρόκειται για άτομο με ειδικές ανάγκες! Το παράδειγμα αυτό καταδεικνύει την δυσκολία στη διατύπωση ενός απόλυτα οριοθετημένου και ακριβούς ορισμού της έννοιας του ρατσισμού...

Ένα πεδίο έντονης πολιτικής και ιδεολογικής συζήτησης αφορά την σύγχρονη αντίληψη του ρατσισμού ως διάκριση στη βάση πολιτιστικών, μάλλον, παρά φυλετικών δεδομένων. Είναι ρατσιστική η απροθυμία μιας κοινωνίας να δεχθεί στους κόλπους της μετανάστες προερχόμενους από χώρες με διαφορετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά; Καταρχήν, κάθε μετανάστης φέρει αναπόφευκτα τα ιδιαίτερα στοιχεία του πολιτισμού μέσα στον οποίο «ζυμώθηκε» η προσωπικότητά του από την αρχή της ζωής του. Ως εκ τούτου, τέτοιες ιδιότητες δεν μπορούν να θεωρούνται εκούσια επιλεγμένες. Από την άλλη, η ένταξή του σε μια νέα κοινωνία προϋποθέτει έναν ελάχιστο βαθμό προσαρμογής σε ένα σύνολο θεσμών, μερικοί εκ των οποίων ενδέχεται να μην είναι συμβατοί με τις πολιτιστικές του καταβολές. Για παράδειγμα, σε κάποιες κοινωνίες μπορεί να είναι ανεκτή έως και θεμιτή η αυτοδικία για λόγους τιμής, κάτι που σε άλλες κοινωνίες είναι ανεπίτρεπτο. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον ο μετανάστης είναι πρόθυμος να αναθεωρήσει μέρος των αυτονόητων, γι’ αυτόν, πολιτιστικών δεδομένων, προσαρμόζοντάς τα στα θεσμικά πλαίσια της νέας του πατρίδας. Και η προσαρμογή αυτή είναι θέμα επιλογής!

Συμπερασματικά, το αν η αρνητική στάση μιας κοινωνίας απέναντι στη μετανάστευση αποτελεί ή όχι ρατσιστική συμπεριφορά, εξαρτάται τόσο από την προσαρμοστικότητα των ίδιων των μεταναστών στο βαθμό που απαιτεί η συμβατότητα με τους θεσμούς της κοινωνίας, όσο και από το αίσθημα δικαιοσύνης της κοινωνίας στην αξιολόγηση αυτής της προσπάθειας. Η απουσία ενός τέτοιου αισθήματος, ως αποτέλεσμα βαθιά ριζωμένης προκατάληψης, θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ρατσιστική.

Αναμφίβολα, ο ρατσισμός είναι μια απεχθής έννοια τόσο ως ιδεολογία, όσο και ως πρακτική (ποιος μπορεί να ξεχάσει τα 6,000,000 των νεκρών του Ολοκαυτώματος;). Το ίδιο ηθικά απαράδεκτη, όμως, είναι και η αβασάνιστη και ατεκμηρίωτη επικόλληση της ετικέτας του ρατσισμού σε όσους απλά και μόνο έχουν διαφορετική άποψη, π.χ., πάνω σε θέματα μετανάστευσης. Τα θύματα μιας τέτοιας μεταχείρισης θα μπορούσαν δίκαια να ισχυριστούν, με τη σειρά τους, πως υφίστανται αντιμετώπιση ανάλογη με εκείνη για την οποία και τα ίδια κατηγορούνται!

ΤΟ ΒΗΜΑ

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πάρσιφαλ: Η σοφία μέσα απ’ τη συμπόνια

Μιλώντας τις προάλλες με ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο, συνειδητοποίησα πόσο μάταιη είναι η προσπάθεια ερμηνείας των ανθρώπινων συναισθημάτων με όρους κοινής λογικής και ηθικής του δικαίου. Πριν χρόνια, η συνομιλήτριά μου έχασε τον πατέρα της μετά από μακροχρόνια ασθένεια. Την ίδια εποχή βρισκόταν στη διαδικασία ενός διαζυγίου που έμελλε ν’ αποδειχθεί ιδιαίτερα οδυνηρό γι’ αυτήν, λόγω της εκδικητικής συμπεριφοράς του συζύγου της...

Μετά από κάπου μια εικοσαετία, ο ίδιος ο σύζυγος αρρώστησε σοβαρά. Δεν απαιτείται, ίσως, πολλή φαντασία για να μαντέψει κανείς ποιο πρόσωπο βρέθηκε να τον συντρέξει τη δύσκολη αυτή ώρα! Το ενδιαφέρον εστιάζεται στη φαινομενική αντινομία στο συναισθηματικό ισοζύγιο: Όπως μου ομολόγησε, στον πατέρα της, με τον οποίο την συνέδεαν βαθιά αισθήματα αγάπης, δεν είχε προσφέρει ούτε πολλοστημόριο –τόσο ψυχικά, όσο και πρακτικά– αυτών που με εντελώς αυθόρμητο τρόπο κατέθετε σε έναν άνθρωπο που της είχε συμπεριφερθεί για χρόνια σαν δυνάστης!

Στη λογική απορία μου, η απάντησή της ήταν αφοπλιστική: «Όταν έχασα τον πατέρα μου, ήμουν ακόμα ένα ανώριμο, εγωκεντρικό πλάσμα, ανίκανο να νιώσει αληθινή συμπόνια. Σιγά-σιγά, όμως, η ζωή με προσγείωσε, μου έδειξε την τραγική πλευρά της ματαιότητας, με έκανε σοφότερη. Τώρα μπορώ και συμπονώ ακόμα κι αυτούς που με έβλαψαν, επειδή και μόνο είναι άνθρωποι!» Η σοφία, λοιπόν, χέρι-χέρι με τη συμπόνια! Μια ιδέα που με παραπέμπει στη μεγαλύτερη πνευματική κληρονομιά που άφησε πίσω του ένας μεγάλος μουσικός και διανοητής που αγάπησε πολύ την Ελλάδα...

Ο «Πάρσιφαλ» (Parsifal) υπήρξε το τελευταίο – και κατά πολλούς κορυφαίο – μουσικό δράμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Έμελλε να επηρεάσει πολλούς κατοπινούς συνθέτες, είτε δήλωναν ευθέως τη συμπάθειά τους για τον Βάγκνερ (όπως, π.χ., ο Πουτσίνι), είτε επιδίδονταν σε μάταιες ασκήσεις άρνησής του (π.χ., Ντεμπυσσύ). Θα προσθέσω στις επιδράσεις (καθαρά προσωπική άποψη) και την προ-τελευταία (και ίσως σημαντικότερη) όπερα του Τσαϊκόφσκι, τη «Ντάμα Πίκα» (Queen of Spades), όπου το κοντράστ διατονικού και χρωματικού αρμονικού ύφους συμβολίζει τη διαλεκτική συνύπαρξη του καλού με το κακό.

Η όπερα, με χαρακτήρα σκηνικής τελετουργίας, πρωτοπαρουσιάστηκε το 1882 στο δεύτερο Φεστιβάλ του Μπαϋρώυτ (Bayreuth). Ο Βάγκνερ ανέθεσε τη μουσική διεύθυνση στον στενό του φίλο Χέρμαν Λεβί (Hermann Levi), έναν σημαντικό γερμανοεβραίο μαέστρο του οποίου το ταλέντο ο συνθέτης θαύμαζε ιδιαίτερα. Το λιμπρέτο του Βάγκνερ βασίζεται εν μέρει σε επικό ποίημα του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, γραμμένο τον 13ο αιώνα. Κεντρική ιδέα στο μουσικό δράμα είναι η κατάκτηση της σοφίας (θα έλεγα, της αυτοσυνειδησίας) μέσω της συμπόνιας για τον συνάνθρωπο, του βιώματος, δηλαδή, του αλλότριου πόνου. Η ιδέα δεν ανήκει, φυσικά, στον ίδιο τον Βάγκνερ, αλλά είναι αποτέλεσμα της επίδρασης του Σοπενχάουερ πάνω στον συνθέτη-φιλόσοφο.

Σύμφωνα με το λιμπρέτο (του οποίου τις λεπτομέρειες θεωρώ δευτερεύουσες για τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης και δεν θα παραθέσω), ο Πάρσιφαλ, ένας αφελής αλλά καλόψυχος νέος, ανακαλύπτει τις βαθύτερες αλήθειες της ύπαρξης όταν, μετά από μια μακρά πορεία μύησης («περιπλάνηση»), κατορθώνει να υπερβεί τα τείχη του «εγώ» και να βιώσει τον πόνο του συνανθρώπου (Αμφόρτας) σαν δικό του πόνο.

Στο ποιητικό κείμενο του λιμπρέτου υπάρχει μια φράση που θα μπορούσε να κινήσει την περιέργεια των Φυσικών (αν και ουδέποτε συνέβη κάτι τέτοιο, τουλάχιστον εξ όσων γνωρίζω). Λίγο πριν το υπέροχο ορχηστρικό ιντερλούδιο της Πρώτης Πράξης, ακούγεται ο παρακάτω διάλογος ανάμεσα στον Πάρσιφαλ και τον Γκούρνεμαντς(*):

ΠΑΡΣΙΦΑΛ: «Μόλις και μετά βίας βαδίζω, κι όμως νιώθω πως ήδη έχω πάει πολύ μακριά!»

ΓΚΟΥΡΝΕΜΑΝΤΣ: «Βλέπεις, γιε μου, σ’ αυτό εδώ το μέρος ο χρόνος γίνεται χώρος!»

Όσο κι αν θέλει κανείς να αποφύγει τη σκέψη ως παράλογη, δεν μπορεί να μη διερωτηθεί ως πού, άραγε, θα μπορούσε να φτάσει η ικανότητα του Βάγκνερ να βλέπει μπροστά από την εποχή του. Η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε 23 ολόκληρα χρόνια πριν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν προτείνει την (Ειδική) Θεωρία της Σχετικότητας. Κι ο παραπάνω διάλογος παραπέμπει αναπόφευκτα στους χωροχρονικούς μετασχηματισμούς που επιτρέπει η σχετικιστική θεωρία. Περίπτωση επιστημονικής προφητείας; Ή μήπως θα πρέπει να συμβιβαστούμε, βολικότερα, με την πιο «πεζή» φιλοσοφική ερμηνεία περί ιδεατού ή υποκειμενικού χώρου και χρόνου, γυρίζοντας με ανακούφιση πίσω στον Καντ και τον Σοπενχάουερ;

Την απάντηση ίσως δεν την μάθουμε ποτέ. Αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι πως το μήνυμα του Πάρσιφαλ δεν υπόκειται στη φθορά του χρόνου ή στους περιορισμούς του χώρου: Είναι τόσο παλιό όσο ο άνθρωπος, και φτάνει τόσο μακριά όσο η σκέψη μας για το Σύμπαν!

(*) Δείτε το video

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Το «κλαμπ των αυτοκαταστροφικών» και η συνήθεια που σκοτώνει…

Το άρθρο που ακολουθεί έχει κάθε κακή πρόθεση να είναι προκλητικό απέναντι σε μια μεγάλη (δυστυχώς) μερίδα αναγνωστών. Πιο προκλητικό ακόμα κι από έναν ισχυρισμό, π.χ., ότι στην Ελλάδα θα έπρεπε δια νόμου να απολαμβάνουν πολιτικών δικαιωμάτων μόνο οι οπαδοί της ΑΕΚ (στους οποίους, όλως τυχαίως, ανήκει και ο γράφων)!

Βγαίνοντας από την πλαϊνή πόρτα του κτιρίου των διδακτηρίων στη σχολή όπου διδάσκω, θα συναντήσει κανείς στα διαλείμματα αυτό που έχω ονομάσει «το κλαμπ των αυτοκαταστροφικών». Είναι οι μαθητές μου που επιδίδονται στο σπορ του καπνίσματος. Όταν περνώ, με κοιτούν με νόημα περιμένοντας στωικά τις νουθεσίες μου που, όπως και δεκάδες προηγούμενες, είναι καταδικασμένες να πέσουν στο κενό. Νουθεσίες που δεν σχετίζονται με διάθεση στείρας ηθικολογίας αλλά με επίγνωση εφιαλτικών στατιστικών δεδομένων…

Τα παρακάτω στοιχεία τα μεταφέρω από άρθρο του φίλου μου γιατρού Αλέξη Πολίτη:

- Μια μικρή ελληνική πόλη ξεκληρίζεται ετησίως στην Ελλάδα από το κάπνισμα (14.000 νεκροί από καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα, καθώς και διάφορα είδη καρκίνου συσχετιζόμενα με το τσιγάρο).

- Η πρόβλεψη για τον 21ο αιώνα είναι 1 δισεκατομμύριο θάνατοι παγκοσμίως αποδιδόμενοι στο κάπνισμα!

- Οι Έλληνες που καπνίζουν, αν ήταν κόμμα, με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο θα εκλέγονταν κυβέρνηση με αυτοδυναμία (42%)!

- Το 80% των παιδιών που έχουν γονείς καπνιστές, θα καπνίσουν.

- Η εξάρτηση από τη νικοτίνη είναι 10 φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της ηρωίνης.

- Οι μισοί από τους εφήβους που ξεκίνησαν το κάπνισμα και συνεχίζουν για το υπόλοιπο της ζωής τους, θα πεθάνουν από τον καπνό…

Δυστυχώς, όπως μας διδάσκει η ίδια η πραγματικότητα, η γνώση αυτών των τρομακτικών δεδομένων δεν είναι αρκετή για να πείσει τον μέσο καπνιστή να διακόψει κάθε σχέση μ’ αυτή την καταστροφική συνήθεια, ακόμα κι όταν δει τις επιπτώσεις της σε πρόσωπα του κοντινού του περιβάλλοντος…

Επιστρατεύοντας «μαιευτική» μέθοδο και θέλοντας συνειδητά να προκαλέσω τον καπνιστή-αναγνώστη, παραθέτω τον ακόλουθο φανταστικό διάλογο μαζί του (τον οποίο κάνω συχνά με τους μαθητές μου):

Εγώ: Όποιος καπνίζει είναι ηλίθιος, κι αυτό μπορώ να σου το αποδείξω!

Αναγνώστης: Για πρόσεξε τα λόγια σου! Τι θες να πεις;

Εγώ: Λοιπόν, περίγραψέ μου πώς ακριβώς αισθάνθηκες όταν ήρθες για πρώτη φορά σε επαφή με το τσιγάρο. Αναφώνησες, μήπως, «ω, τι υπέροχη εμπειρία, πώς δεν την είχα ανακαλύψει τόσον καιρό»;

Αναγνώστης: Καλά, πλάκα μου κάνεις; Ξέρεις κανέναν που να του άρεσε το τσιγάρο από την πρώτη ρουφηξιά; Είχα όμως τη μαγκιά και επέμεινα μέχρι που, τελικά, κατάφερα να το συνηθίσω. Τώρα πια δεν κάνω χωρίς αυτό!

Εγώ: Ωραία! Πες μου τώρα αν γνωρίζεις έναν ευφυή άνθρωπο ο οποίος, ενώ δοκίμασε, υπό καθεστώς απόλυτης ελευθερίας, μια εμπειρία που δεν του φάνηκε ευχάριστη, επέλεξε εντούτοις να την ξαναβιώσει με σκοπό να εξαρτηθεί απ’ αυτήν!

(Στο σημείο αυτό η συνομιλία διακόπτεται απότομα γιατί ο αναγνώστης θυμάται ξαφνικά πως πρέπει να πάει να πάρει την πεθερά του από το κομμωτήριο…)

Μια ένσταση που θα μπορούσε να διατυπωθεί στο παραπάνω «σόφισμα» είναι πως η ελευθερία είναι μια αμφιλεγόμενη έννοια. Πράγματι, η πρώτη επαφή με το τσιγάρο γίνεται σχεδόν πάντα (αν και γνωρίζω κάποιες -ελάχιστες πάντως- εξαιρέσεις) σε πολύ νεαρή ηλικία. Πόσο ελεύθερος, όμως, μπορεί να θεωρείται ένας νέος ο οποίος βομβαρδίζεται καθημερινά με πρότυπα «δημοφιλίας» και σύρεται σε συμπεριφορές μιμητισμού από ανάγκη και μόνο για κοινωνική αποδοχή;

Το υπό μορφή ρητορικού ερωτήματος διατυπωμένο επιχείρημα είναι κατά βάση σωστό, κι εδώ ακριβώς υπεισέρχεται ο ρόλος πρωτίστως του γονιού, και δευτερευόντως του δασκάλου: Θα πρέπει από μικρή ακόμα ηλικία να καλλιεργηθεί στο παιδί το αίσθημα της αυταξίας, βοηθώντας το έτσι να αναπτύξει αυτόνομη συνειδητότητα. Αυτό θα το θωρακίσει απέναντι σε κοινωνικές πιέσεις -συχνά ασφυκτικές- που θα μπορούσαν να το οδηγήσουν σε (συνειδητή ή όχι) συμμόρφωση με καθιερωμένα πρότυπα, με μοναδικό αντάλλαγμα την αποδοχή από τον κοινωνικό του περίγυρο. Ο εθισμός στο κάπνισμα είναι συνέπεια ενός τέτοιου τύπου συμμόρφωσης (δυστυχώς, όμως, έχουν μπει προ πολλού και άλλες «ουσίες» στο παιχνίδι…).

Ως εκπαιδευτικός αισθάνομαι πως απέτυχα να αρθρώσω αρκούντως πειστικό λόγο κατά του καπνίσματος στις αίθουσες διδασκαλίας. Αυτό πιστοποιείται από το γεγονός ότι ουδέποτε κατέγραψα μία, έστω, περίπτωση «σωτηρίας» ανάμεσα στους μαθητές μου για εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες. Πέρυσι επισκέφθηκε τη σχολή μας, συνοδευόμενος από δύο αξιόλογους ερευνητές γιατρούς, ο Αλέξης Πολίτης (στον οποίο αναφέρθηκα παραπάνω) και έδωσε μια εντυπωσιακή διάλεξη στους φοιτητές, παρουσιάζοντάς τους με ωμό ρεαλισμό τα εφιαλτικά δεδομένα που αφορούν τις επιπτώσεις του καπνίσματος. Η αλήθεια είναι πως αυτή ήταν η πρώτη φορά που τους είδα να προβληματίζονται στα σοβαρά πάνω στο θέμα αυτό, κάποιοι μάλιστα διέκοψαν τη συνήθεια για ένα διάστημα! Για να υποκύψουν, όμως, αργότερα και πάλι στην αμφίβολη σαγήνη της…

Ήδη φτάνουν στ’ αυτιά μου οι φωνές διαμαρτυρίας πολλών αναγνωστών για το θέμα που επέλεξα και για τον διδακτισμό με τον οποίο το προσεγγίζω. Θα παρακαλέσω, εν τούτοις, τον αναγνώστη, πριν κλείσει οριστικά και με ένα ειρωνικό χαμόγελο αυτή τη σελίδα, να ξαναδιαβάσει τα στοιχεία που μας δίνει παραπάνω ο γιατρός. Μπορεί να υπάρχει ακόμα ανοιχτή γι’ αυτόν η έξοδος από το δικό του «κλαμπ των αυτοκαταστροφικών». Κι αν όχι γι’ αυτόν, ίσως για τα παιδιά του!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι εκπαιδευτικός. Διδάσκει Φυσική σε μεγάλα «παιδιά» (αυτά που μπορούν να βλέπουν ταινίες με ένδειξη «ΧΧΧ»).

Aixmi.gr