Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Media. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Media. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

Πόση ελευθερία του λόγου επιτρέπει μία πανδημία;


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Τον Αύγουστο του 2013 είχαμε γράψει στο «Βήμα»:

Υπάρχει λογική στην ποινικοποίηση της έκφρασης γνώμης σε μία δημοκρατική κοινωνία; Και, πώς η λογική αυτή συνάδει με την αυτονόητη ελευθερία του λόγου σε ένα δημοκρατικό καθεστώς;

Το ερώτημα είναι λεπτό, και η απάντηση κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη. Υπάρχει όμως ένα κριτήριο που θα μπορούσε να είναι οικουμενικά αποδεκτό και γενικά εφαρμόσιμο: κατά πόσον η έκφραση γνώμης, άμεσα ή έμμεσα, ενθαρρύνει και συμβάλλει στην τέλεση αξιόποινων πράξεων. Για παράδειγμα, αν κάποιος εκφράσει δημόσια την πίστη του στο «δικαίωμα» στη φοροδιαφυγή, διαπράττει αξιόποινη πράξη αφού προσφέρει ηθικό έρεισμα σ’ εκείνους που παρανομούν ή σκέφτονται να παρανομήσουν. Σε ακόμα υψηλότερη βαθμίδα ηθικής βαρύτητας, ως αντιβαίνων κάθε έννοια νομιμότητας θα πρέπει να θεωρείται ο δημόσιος εγκωμιασμός εγκληματικών πράξεων...

Πριν από λίγο καιρό είχα μία δημόσια ανταλλαγή απόψεων με νεαρό άτομο, το οποίο (το αναφέρω με αίσθημα λύπης) πέρασε κάποτε από τις τάξεις όπου δίδαξα. Με υπερχειλίζουσα «επαναστατική» οργή, το νεαρό άτομο δήλωσε την αντίθεσή του στα μέτρα που λαμβάνει το «αυταρχικό αστυνομικό κράτος» κατά της πανδημίας, και εξέφρασε την ευχή να υπάρξουν αρκετοί μιμητές όσων ασκούν ακραία βία σε αστυνομικά όργανα (όπως εκείνοι που είχαν αποπειραθεί να δολοφονήσουν έναν αστυνομικό σε πρόσφατη πορεία διαμαρτυρίας στη Νέα Σμύρνη).

Κατά την άποψη του νεαρού ατόμου, το δικαίωμα του ελευθέρως συναθροίζεσθαι, με ό,τι καταστροφικό αυτό συνεπάγεται για τη διάδοση μιας φονικής πανδημίας, προηγείται του δικαιώματος στην υγεία. Κι αν κάποιοι «ξενέρωτοι κυρ-Παντελήδες» τρέμουν για τη ζωούλα τους, ε, αυτοί ας κάτσουν στα σπίτια τους! (Στα οποία σπίτια, βέβαια, μπορεί να υπάρχουν και ηλικιωμένα άτομα με υποκείμενα προβλήματα υγείας. Αλλά, ώρα να φεύγουν αυτοί σιγά - σιγά, αρκετά κάθισαν...)

Όμως, πριν καταδικάσουμε το νεαρό άτομο για έλλειψη αισθήματος κοινωνικής ευθύνης, θα ήταν χρήσιμο – όσο και δίκαιο απέναντι στο άτομο αυτό – να αναζητήσουμε τις ιδεολογικές πηγές που, αν μη τι άλλο, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του συνειδησιακού κενού του...

Ο Alfred Rosenberg ήταν ένας από τους κορυφαίους Ναζί που καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν στη Νυρεμβέργη το 1946. Η καταδίκη του δεν αφορούσε τόσο τις πράξεις, όσο τις απόψεις του. Ήταν φανατικός θεωρητικός του Ναζισμού, από τους βασικούς υπεύθυνους για τη διάδοση των ακραία ρατσιστικών ιδεών που οδήγησαν στο μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος. Τις οποίες ιδέες έκαναν αργότερα πράξη ο Ρούντολφ Ες και η παρέα του στο Άουσβιτς.

Ναι, η έκφραση γνώμης είναι μέρος του εγκλήματος όταν συμβάλλει ηθικά σε αυτό, απενοχοποιώντας το εκ των προτέρων ή και ενθαρρύνοντάς το. Και, αν δεχθούμε ότι η έμπρακτη έλλειψη κοινωνικής ευθύνης σε συνθήκες φονικής πανδημίας αποτελεί μία μορφή «εγκλήματος» κατά της δημόσιας υγείας, τότε δεν θα ήταν άσκοπο να αναζητήσουμε και τυχόν ηθικούς αυτουργούς πίσω από την πράξη. Εκείνους που, υπό τον μανδύα της αυθεντίας (ιατρικής, πολιτικής ή νομικής) ανοίγουν συνειδησιακούς δρόμους για τη διάπραξη παρανομιών με δυνητικά μοιραία αποτελέσματα. Κι ακόμα, αποτρέπουν και κάποιους που επιθυμούν να σωθούν, δαιμονοποιώντας τα μέσα της σωτηρίας τους.

Οι θεωρητικοί της άρνησης της πανδημίας μπορεί να χωριστούν σε δύο κατηγορίες, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις επικαλύπτονται:

1. Αμφισβητίες: Είναι εκείνοι που εκφράζουν αμφιβολίες για το μέγεθος – ή ακόμα και για αυτή τούτη την ύπαρξη – του προβλήματος. Ούτε λίγο - ούτε πολύ, παρομοιάζουν τον covid με μία «κοινή γριπούλα» και θεωρούν υπερβολικό τον θόρυβο που έχει ξεσπάσει παγκοσμίως γύρω από την πανδημία. Συχνά, μάλιστα, αποδίδουν τον θόρυβο αυτό σε σκοτεινά πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα, ενώ διακινούν συνωμοσιολογικές θεωρίες για τα εμβόλια και ειρωνεύονται όσους προτίθενται να εμβολιαστούν.

Οι πιο επικίνδυνοι αμφισβητίες είναι εκείνοι που ασκούν το ιατρικό επάγγελμα (δεν θα χρησιμοποιήσω εδώ καταχρηστικά τη λέξη «λειτούργημα»), αφού οι αντισυμβατικές απόψεις τους φέρουν το επίχρισμα της «αυθεντίας» και είναι εύκολο να παρασύρουν τους αδαείς. Σε παλιότερο σημείωμα, μάλιστα, είχαμε αναφερθεί σε «διεθνές» ψευδο-επιστημονικό (κατά βάση συνωμοσιολογικό) συνέδριο για την πανδημία, το οποίο διοργανώθηκε στην Ελλάδα και μεταδόθηκε διαδικτυακά. Οι απόψεις που ακούστηκαν καταρρίφθηκαν μία προς μία από πραγματικούς ειδικούς (ιδιότητα που οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στο συνέδριο δεν διέθεταν).

2. Δικαιωματιστές: Είναι εκείνοι που κηρύσσουν το «δικαίωμα» ενός ατόμου να αρνείται την συμμόρφωση με τα μέτρα που επιβάλλει η πολιτεία για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται κυρίως πρόσωπα τα οποία ανήκουν στο πολιτικό ή το νομικό πεδίο, και τα οποία ζητούν να γίνουν αρεστά σε άτομα με αντιδραστικές προδιαθέσεις. (Δεν θα αποδυθούμε σε περαιτέρω εκτιμήσεις προθέσεων, τις οποίες θεωρούμε μάλλον προφανείς...)

Και οι δύο κατηγορίες αρνητών της πανδημίας βρίσκουν ιδανικό χώρο έκφρασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το πλήθος των ακολούθων τους, αλλά και ο αριθμός των επιδοκιμασιών που εισπράττουν, αληθινά τρομάζουν! Επικαλούμενοι το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, οι άνθρωποι αυτοί κινούνται στις παρυφές της νομιμότητας, ενθαρρύνοντας έμμεσα (αν όχι ευθέως προτρέποντας) τους αναγνώστες τους να περιφρονούν τα μέτρα προστασίας κατά της πανδημίας, τα οποία χαρακτηρίζουν «ανελεύθερα» και «αντιδημοκρατικά».

Παράλληλα – και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο – μετέρχονται κάθε μέσο για να πείσουν ότι η πανδημία που σαρώνει τον πλανήτη δεν είναι παρά ένα μύθευμα που επινόησαν κάποια σκοτεινά κέντρα με σκοπό να ελέγχουν τις ζωές μας. Και ο έλεγχος αυτός επιτυγχάνεται, κατά το σχετικό αφήγημα, με τον αναγκαστικό εγκλεισμό και την κοινωνική απομόνωση.

Είναι αξιοσημείωτο – αν και δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη – ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι άνθρωποι αυτοί είναι οι ίδιοι που, ως φανατικά «αντι-μνημονιακοί», διακήρυσσαν πριν μία δεκαετία ότι ο μοναδικός δρόμος εξόδου της χώρας από την οικονομική κρίση ήταν η επιστροφή στη δραχμή και η ολική χρεοκοπία! Ο εφιάλτης του καλοκαιριού του 2015 δύσκολα ξεχνιέται...

Ξαναγυρνώ, λοιπόν, στο ερώτημα με το οποίο ξεκίνησε αυτή η συζήτηση, εξειδικεύοντάς το: Είναι επιτρεπτός ο περιορισμός της ελευθερίας στην έκφραση γνώμης σε μία δημοκρατική κοινωνία, όταν η γνώμη αυτή προτρέπει σε απείθεια στα μέτρα αντιμετώπισης μίας μείζονος υγειονομικής κρίσης;

Κόντρα στο γενικό πνεύμα του κειμένου που προηγήθηκε, θα απαντήσουμε αρνητικά! Γιατί, μόνο σε μία κοινωνία αφελών ή ανοήτων η ατομική και η μαζική συμπεριφορά διαμορφώνονται αποκλειστικά και μόνο με βάση τις γνώμες του Χ ή του Ψ χρήστη των ηλεκτρονικών κοινωνικών δικτύων (εξαιρέσεις, βέβαια, πάντα θα υπάρχουν). Το κωμικά ουτοπικό 62% του Ιουλίου του ’15 ήταν αποτέλεσμα πολιτικής εξαπάτησης, όχι αναρτήσεων στα social media!

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τους Χ και Ψ να καλύψουν το υπαρξιακό τους κενό παίζοντας με ανεμόμυλους. Χθες ήταν το μνημόνιο, σήμερα η πανδημία. Ποιος ξέρει, αύριο ίσως βρουν κάτι άλλο. Οι μεγάλες κρίσεις, άλλωστε, ποτέ δεν έλειψαν απ’ αυτή τη χώρα...

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

Πικρή αλήθεια...

y=f(x)=λ/x, όπου

λ=σταθερά,

x=πνευματικό έργο που καταβλήθηκε,

και

y=δημοφιλία του προϊόντος στα social media

Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Το δηλητήριο στο μπιφτέκι του σκύλου...


Αν θέλεις να δηλητηριάσεις έναν σκύλο, δεν θα πρέπει να του βάλεις την κάψουλα με το δηλητήριο απευθείας στο στόμα: το πιο πιθανό είναι ότι θα την φτύσει αμέσως! Θα είναι πολύ αποτελεσματικότερο να τοποθετήσεις το δηλητήριο μέσα στο μπιφτέκι. Τότε, μαζί με την γευστική απόλαυση, το ζωντανό θα καταπιεί και το μέσο του αφανισμού του...

Οδηγήθηκα σ' αυτή την παραβολική σκέψη διαβάζοντας ένα κείμενο από κάποιο site, το οποίο είδα τυχαία αναρτημένο σε γνωστό μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Κείμενο επιφανειακά νοσταλγικό για "ωραίες" εποχές που έφυγαν ανεπιστρεπτί - και, από αυτή την άποψη, φαινομενικά "αθώο". Η "κάψουλα" με το δηλητήριο, όμως, κρυβόταν στις λεπτομέρειες...

Ακόμα χειρότερα: Αν και το ίδιο το άρθρο ήταν προγενέστερο του προσφάτου συμβάντος, η ανάρτηση από τον χρήστη του μέσου έγινε εμφανώς ως αντίδραση στη συγκίνηση που προκάλεσε σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης η τραγωδία της Αργυρούπολης, όπου ένα νέο παιδί έθεσε τέλος στη ζωή του μη αντέχοντας το απάνθρωπο μπούλινγκ που υφίστατο. Είμαι βέβαιος ότι ανάλογες αναρτήσεις θα είχαν γίνει προηγουμένως με αφορμή τις δολοφονίες του Άλεξ και του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Το concept είναι κοινό: Αν δεν είσαι αρκετά "μάτσο" για να τα βγάλεις πέρα με τη βία που σου ασκείται, επειδή έχεις ανατραφεί με τις αξίες της ευγένειας και του πολιτισμού, τότε είσαι ένας "φλώρος" που δεν θα πείραζε να μας αδειάσει τη γωνιά!

Αλλά, ποιο είναι το "δηλητήριο"; Αν διαβάσει κάποιος προσεκτικά το κείμενο θα δει να αναδύονται οι αρχές, οι αξίες και το εν γένει πνεύμα που κυριαρχούσε στην Νεολαία του Χίτλερ (Hitlerjugend). Εκεί, βέβαια, όλα αυτά υπηρετούσαν έναν πολύ συγκεκριμένο εθνικό στόχο των ναζί: να μετατρέψουν άγουρες συνειδήσεις αγοριών και κοριτσιών σε δολοφονικά ένστικτα, απαραίτητη προϋπόθεση για την δημιουργία ενός κατακτητικού στρατού μοναδικής σκληρότητας!

Είναι κοινό μυστικό, όμως, ότι σε τούτη εδώ τη χώρα υπάρχουν ακόμα και σήμερα θαυμαστές του ναζισμού. Το ότι εμφιλοχώρησαν στο κοινοβουλευτικό σύστημα δεν στάθηκε ικανό να τους εκδημοκρατίσει ώστε να αποβάλουν τα νοσηρά ανακλαστικά που κουβαλούν. Τους είδαμε πρόσφατα, για παράδειγμα, να κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε πορεία για εθνικό θέμα, στην οποία συμμετείχαν και κατά τη διάρκεια της οποίας επιδόθηκαν αναίτια και απρόκλητα στη βεβήλωση μνημείου αφιερωμένου στα θύματα της ρατσιστικής θηριωδίας των ναζί...

Σταχυολογώ κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα του κειμένου στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω (οι "κάψουλες με το δηλητήριο" που λέγαμε):

"Γενικά δεν ήμασταν τόσο ευαίσθητα παιδιά, ούτε παίρναμε βαριά ό,τι μας έκαναν (...). Σήμερα θα μας χαρακτήριζαν αγροίκους και απολίτιστους."

"Τα σύγχρονα αγόρια διακρίνονται για την μαλθακότητα και την ηττοπάθειά τους. Γεννήματα υπερπροστατευτικών γονέων που έχουν αναθρέψει μία γενιά άβουλων ανθρώπων που δεν λερώθηκαν ποτέ, δεν χτύπησαν ποτέ, δεν τσακώθηκαν και γενικώς έπαψαν να ζουν πριν προλάβουν να γεράσουν. Μία ολόκληρη γενιά γαλουχημένη μονάχα με τις θηλυκές αρετές, όπως η φροντίδα, η ευαισθησία και η λεπτότητα, ενώ απέβαλε και στιγμάτισε τις ανδρικές αρετές, το θάρρος, την ακεραιότητα, την σκληραγωγία και την τιμή. Όλα αυτά για να γίνουν πιο πολιτισμένα και ευγενικά τα παιδιά."

"Σήμερα επιβραβεύονται τα θύματα, όχι οι αγωνιζόμενοι. (...) Η ηττοπάθεια έχει ποτίσει τις δυτικές κοινωνίες και γαλουχούνται ολόκληρες γενιές άβουλων και μουδιασμένων ανθρώπων που έχουν ασπαστεί τον φεμινισμό και την κουλτούρα του θύματος."

"Να αφήσουμε τα παιδιά να λερωθούν, να χτυπήσουν, να τσακωθούν και μετά να τα βρουν. Αυτή είναι η ανθρώπινη κοινωνία, δεν χρειάζεται και δεν γίνεται να αγαπιόμαστε συνέχεια, ούτε πρέπει να δημιουργήσουμε μία γενιά λοβοτομημένων και νεκροζώντανων ανθρώπων για να σταματήσουμε τις διαμάχες."


Στο κείμενο, βέβαια, υπάρχει και το "μπιφτέκι", αφού λέγονται και μερικά πράγματα σε διαφορετικό πνεύμα, με στόχο να καθαγιάσουν τις προθέσεις:

"Τα παιδιά έγιναν πιο ακοινώνητα (...) με συνέπεια να γεμίσουν το κενό και την απουσία των εξωτερικών δράσεων με βιντεοπαιχνίδια και κάθε λογής δώρα που τα κατέστησαν αποβλακωμένα. (...) Οι δάσκαλοι δεν μπορούν και δεν τολμούν να τα πειθαρχήσουν γιατί οι γονείς δεν θέλουν να πληγωθούν και να καταπιεστούν τα καμάρια τους."

"Ελάχιστοι θα θυσίαζαν το συμφέρον τους για να υπερασπιστούν το καλό και το δίκαιο. Γι’ αυτό όσοι το κάνουν θεωρούνται ξεχωριστοί και αξιέπαινοι και τους αποδίδουμε φόρο τιμής."

"Προσωπικά προτιμώ την συνολική άσκηση των αρετών, τόσο την συντροφικότητα, την συμπόνοια, την ευγένεια και την καλοσύνη, όσο την ανδροπρέπεια, το θάρρος, τη μαχιμότητα και την σκληραγωγία."

Ώστε, στις αρετές θα πρέπει να συμπεριλάβουμε, τελικά, την ευγένεια; Γιατί, αποκόμισα την εντύπωση ότι ευγένεια και πολιτισμός είναι "κοριτσίστικες" ιδιότητες!

Δείτε ολόκληρο το κείμενο. Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι ο συντάκτης αποκρύπτει επιμελώς την ταυτότητά του. Ίσως στο "Κολοκοτρωνέικο" θάρρος δεν περιλαμβάνεται αυτό της γνώμης...

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ακαδημαϊκός λόγος και ακαδημαϊκή αυταρέσκεια

Στην ποίηση, πρωταρχική σημασία έχει η ωραιότητα του λόγου, η οποία μάλιστα κάποιες φορές καθίσταται αυτοσκοπός. Έτσι, συχνά συναντούμε ποιήματα που εμπεριέχουν υπέροχα λεκτικά ευρήματα, όμως το νόημά τους είναι θολό και δυσνόητο. Άλλες φορές, ακόμα και οι τυπικοί κανόνες του λόγου παρακάμπτονται αν αυτό υπηρετεί καλύτερα το ποιητικό ύφος και την ποιητική αισθητική. Τέτοια περίπτωση είναι το περίφημο Καβαφικό «Επέστρεφε», όπου η αύξηση στην προστακτική αποτρέπει το άχρωμο και αντι-ποιητικό «επίστρεφε».

Από την άλλη μεριά, κύρια αποστολή της επιστήμης είναι η διεύρυνση, ταξινόμηση και καταγραφή της ανθρώπινης γνώσης. Ο επιστημονικός γραπτός λόγος υπηρετεί αυτήν ακριβώς την καταγραφή και είναι το όχημα για τη διάδοση των επιστημονικών γνώσεων. Η ωραιότητα του επιστημονικού λόγου είναι, ασφαλώς, ευπρόσδεκτη όταν και όπου απαντάται, δεν αποτελεί όμως συστατικό εκ των ων ουκ άνευ για τον λόγο αυτό. Ακόμα περισσότερο, στην επιστήμη ο λόγος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εντυπωσιασμού. Εκεί, είναι η ίδια η ανακάλυψη νέας αλήθειας που (οφείλει να) εντυπωσιάζει!

Τέλος, σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, αποστολή της είναι το μεθοδικό χτίσιμο της γνώσης στον διδασκόμενο και η καθοδήγησή του ώστε να κάνει χρήση της γνώσης αυτής αυτονομούμενος, τελικά, από τον διδάσκοντα. (Για κάποιους «αιθεροβάμονες» εκπαιδευτικούς, βαθύτερος σκοπός της παιδείας είναι η ανάπτυξη αυτογνωσίας. Η φιλοσοφική αυτή θέση πέρασε, εν τούτοις, στο περιθώριο από τότε που ένας σημαντικός εκπρόσωπός της υποχρεώθηκε να πιει το κώνειο...) Το τι οφείλει να υπηρετεί ο παιδαγωγικός λόγος είναι, νομίζω, αυτονόητο.

Είναι δυνατόν ο επιστημονικός λόγος να είναι ταυτόχρονα και παιδαγωγικός; Αυτό εξαρτάται από δύο παραμέτρους: τη διάθεση του ίδιου του επιστήμονα να διαπαιδαγωγήσει, και τον χώρο που του διατίθεται για να αναπτύξει τη σκέψη του. Παλιά, τα επιστημονικά περιοδικά εκδίδονταν αποκλειστικά σε έντυπη μορφή. Έτσι, πολλά από αυτά έθεταν περιορισμούς στην έκταση ενός επιστημονικού άρθρου, το οποίο δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει έναν μέγιστο αριθμό σελίδων. Αλλά, ακόμα και όταν τυπικά δεν υπήρχαν τέτοιοι περιορισμοί, τα περιοδικά συχνά ζητούσαν από τον συγγραφέα να απαλείψει ολόκληρα κομμάτια από το άρθρο αν αυτά περιείχαν θέματα που ήταν ήδη γνωστά. Όπως είναι φυσικό, μερικές «ξερές» αναφορές στη βιβλιογραφία στο τέλος του άρθρου κάθε άλλο παρά προσέδιδαν σε αυτό παιδαγωγική αξία!

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και τη δυνατότητα διακίνησης επιστημονικών ιδεών σε ηλεκτρονική μορφή, οι περιορισμοί στην έκταση των επιστημονικών άρθρων χαλάρωσαν σημαντικά ή και εξαλείφθηκαν πλήρως. Μάλιστα, και με δεδομένη την άρση των παραπάνω περιορισμών, πολλά επιστημονικά περιοδικά απαιτούν πλέον κάθε υποβαλλόμενο άρθρο να έχει ευρύτερη αναγνωσιμότητα, πέραν του αυστηρά εξειδικευμένου επιστημονικού κοινού στο οποίο το άρθρο πρωταρχικά απευθύνεται.

Η παραπάνω απαίτηση ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν ο επιστήμων ξεδιπλώνει τις γνώσεις και τις ιδέες του σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα μαζικής επικοινωνίας. Εκεί, απευθύνεται σε ένα ευρύτατο κοινό, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του οποίου θα αδυνατούσε να κατανοήσει μία επιστημονική δημοσίευση του αρθρογράφου σε κάποιο επαγγελματικό περιοδικό. Έτσι, όταν απευθύνεται σε γενικό κοινό, ο επιστήμων οφείλει να είναι και δάσκαλος!

Παραδόξως, οι θετικοί επιστήμονες – που έχουν τη χειρότερη φήμη για το δυσνόητο των θεμάτων τους και την αναπόφευκτη στρυφνότητα της επιστημονικής τους γραφής – είναι εκείνοι που δείχνουν να σέβονται περισσότερο αυτό τον άγραφο νόμο. Παραπέμπω, ως παράδειγμα, στα εξαιρετικής παιδαγωγικής αξίας άρθρα στις φυσικές επιστήμες, τα οποία δημοσιεύονται σε αυτό εδώ το site και την αντίστοιχη κυριακάτικη εφημερίδα.

Αυτό που μερικές φορές προσωπικά με προβληματίζει είναι η ανάγνωση σε ειδησεογραφικά φύλλα, ή σε sites του Διαδικτύου, κάποιων κειμένων ακαδημαϊκής φύσης στην περιοχή των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Εκεί ο λόγος μοιάζει να υπηρετεί όχι τόσο τη διάδοση ιδεών και γνώσεων, όσο την αυτάρεσκη ανάγκη του αρθρογράφου να εντυπωσιάσει για την ευρηματικότητα των γλωσσικών του επινοήσεων. Έτσι, διαβάζουμε κείμενα στα οποία δεσπόζουν οι (συχνά ad hoc) νεολογισμοί και τα υπερ-σύνθετα λεκτικά σχήματα, αφήνοντας στο τέλος τον μέσο αναγνώστη να αναρωτιέται «τι θέλει να πει ο ποιητής» – κατά τη γνωστή έκφραση – αν όχι να αισθάνεται ολότελα ηλίθιος! Θα έλεγε κάποιος ότι απώτερος στόχος των ακαδημαϊκών αυτών είναι να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλον μέσω δημόσια εκτιθέμενου λόγου, υπερθεματίζοντας αλληλοδιαδόχως σε ανούσια πολυπλοκότητα που οδηγεί, τελικά, σε νοηματική κενότητα.

Οι υπηρετούντες την ακαδημαϊκή εκπαίδευση διακατεχόμαστε στην πλειονότητά μας από ένα βαθύτερο, ανομολόγητο σύμπλεγμα. Αισθανόμαστε ότι ο «μύθος» μας απειλείται κάθε φορά που τολμούμε να γίνουμε κατανοητοί σε όσους δεν μοιράζονται την ίδια με εμάς επιστημονική εξειδίκευση. Έτσι, π.χ., ένα άρθρο σε κάποια ειδική περιοχή των μαθηματικών οφείλει να είναι δυσνόητο έως πλήρως ακατανόητο σε όποιον δεν διαθέτει ως ελάχιστη προϋπόθεση ένα διδακτορικό στην περιοχή αυτή! Επίσης – αυτό το γνωρίζουν καλά οι αναγνώστες – ένα φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό, ιστορικό, κλπ., άρθρο γραμμένο από εκπρόσωπο του ακαδημαϊκού χώρου σε μια εφημερίδα ή κάποιο ειδησεογραφικό site ευρείας επισκεψιμότητας, δεν επιτρέπεται να περιέχει ακατάληπτους νεολογισμούς και δυσνόητες ορολογίες σε ποσοστό μικρότερο του 10-20% (το λέω, ασφαλώς, καθ’ υπερβολήν και με αίσθηση πικρού χιούμορ). Έτσι, πολλά δημοσιευμένα άρθρα τείνουν να μοιάζουν με αυτάρεσκα επαγγελματικά «ραβασάκια» που ανταλλάσσονται υπερήφανα από ακαδημαϊκούς, με απώτερο στόχο τον εντυπωσιασμό εαυτών και αλλήλων.

Αυτό που δεν πρέπει, όμως, να ξεχνούμε είναι ότι ο Δάσκαλος (με δέλτα κεφαλαίο) δεν εξασκεί απλά ένα επάγγελμα αλλά υπηρετεί ένα λειτούργημα. Ο παιδαγωγικός του ρόλος, επομένως, δεν εξαντλείται μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας αίθουσας διδασκαλίας ή ενός αμφιθεάτρου, ούτε μέσα σε προκαθορισμένα ωράρια εργασίας, αλλά εκτείνεται κάθε στιγμή σε κάθε του επαφή με την κοινωνία. Ο ρόλος του δασκάλου είναι να φωτίζει τον δρόμο προς την αλήθεια, όχι το ίδιο του το πρόσωπο προς τέρψη του «εγώ» του και ικανοποίηση της ματαιοδοξίας του.

Αυτή η τελευταία αδυναμία θα μπορούσε, ίσως, να συγχωρηθεί στους ποιητές. Αυτοί όμως ούτως ή άλλως δεν μπορούν – ίσως κι ούτε πρέπει – να κρίνονται με τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα. Στους κοινούς θνητούς που έχει ανατεθεί το βάρος της παιδαγωγικής καθοδήγησης της κοινωνίας (όχι μόνο εκείνου του μικρού τμήματός της που χωρά σε ένα αμφιθέατρο) αντιστοιχούν διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια. Και, σε αντίθεση με ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε, οι σημαντικότεροι κριτές μας δεν είναι οι φοβεροί referees των επιστημονικών περιοδικών: Είναι όσοι δίψασαν να μάθουν, μα τους αφήσαμε διψασμένους και με πρόσθετο το αίσθημα της αυτοαμφισβήτησης...

ΤΟ ΒΗΜΑ