Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης: Η νίκη της ιδεολογίας επί της δημοκρατίας

Ο συγγραφέας Ξενοφών Μπρουντζάκης βάζει το λεγόμενο "ηθικό πλεονέκτημα" της Αριστεράς στο χειρουργικό τραπέζι και εξετάζει πώς φτάσαμε να μιλάμε για "καλή" και "κακή" βία...

(...) Η μεγαλύτερη νίκη της ελληνικής Αριστεράς μετά το 1974 ήταν η πολιτισμική της κυριαρχία. Η ιδεολογική κυριαρχία της υπήρξε το σημαντικότερο πολιτισμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ιστορία, την πολιτική, την ηθική και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Η επιρροή της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των κομμάτων. Απλώθηκε στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία, στη διανόηση και στην τέχνη. Εκεί συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ιδεολογικό, ηθικό, σχεδόν θεολογικό αφήγημα που ανακατέταξε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία σε ένα νέο σύστημα ηθικών κατηγοριών. Οι πολιτικές συγκρούσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στους ηθικά δικαιωμένους και στους ιστορικά ενόχους, στους προοδευτικούς και στους αντιδραστικούς, στους ήρωες και στους προδότες. Έτσι αναδιαμορφώθηκε σταδιακά ο ίδιος ο ηθικός χάρτης της δημόσιας ζωής.

Οι εκλογές ήταν μόνο μια όψη της πολιτικής ζωής. Η πραγματική δύναμη αυτής της κυριαρχίας βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στη δυνατότητά της να καθορίζει τα όρια του ηθικά αποδεκτού, να αποφασίζει ποιος όφειλε να απολογείται και ποιος απολάμβανε εκ των προτέρων την κατανόηση της κοινωνίας. Σταδιακά επέβαλε το δικό της αξιακό σύστημα ως το κυρίαρχο μέτρο της δημόσιας ζωής. (...)

Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας δεν μετρήθηκε μόνο στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μετρήθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τη βία. Σε μια ώριμη δημοκρατία το πρώτο ερώτημα είναι τι συνέβη. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το πρώτο ερώτημα υπήρξε συχνά ποιος το έκανε. Από την απάντηση σε αυτό εξαρτιόταν όχι μόνο η πολιτική ερμηνεία αλλά πολλές φορές και η ίδια η ηθική αξιολόγηση της πράξης. Ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του δράστη, η πράξη μπορούσε να παρουσιαστεί ως κοινό έγκλημα ή ως πολιτική πράξη, ως τυφλή βία ή ως αντίσταση, ως τρομοκρατία ή ως έκφραση κοινωνικής οργής.

Αν ο δράστης προερχόταν από το χώρο που το κυρίαρχο μεταπολιτευτικό αφήγημα είχε ήδη κατατάξει στους εχθρούς της δημοκρατίας, η ηθική καταδίκη ήταν άμεση και αυτονόητη. Αν όμως προερχόταν από το χώρο που είχε αναγορευθεί σε ιστορικό φορέα της προόδου, της αντίστασης ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, προηγούνταν οι εξηγήσεις, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις και οι πολιτικές επιφυλάξεις. Ο ακροδεξιός ήταν δολοφόνος πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περιγραφή της πράξης του. Ο ακροαριστερός εμφανιζόταν ως αντιεξουσιαστής, αναρχικός, αλληλέγγυος, αντιφασίστας, αγωνιστής. Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί προηγούνταν της εγκληματικής ιδιότητας και πολλές φορές λειτουργούσαν ως σιωπηρό ελαφρυντικό. Πρώτα διευκρινίζονταν  ποιος ήταν ο δράστης και ύστερα τι σήμαινε η πράξη του. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά πρώτα τα κίνητρα του τρομοκράτη αντί να αναγνωρίζει το έγκλημα, έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση από τις αρχές του κράτους δικαίου.

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε, δικαίως, σύμβολο της εγκληματικής φύσης της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική δικαιοσύνη κινήθηκε, οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν και η οργάνωση οδηγήθηκε τελικά στην ιστορική της καταδίκη. Έτσι ακριβώς όφειλε να λειτουργήσει μια δημοκρατία. Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια ηθική καθαρότητα δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Γιατί οι δεκάδες νεκροί της τρομοκρατίας της άκρας Αριστεράς δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Γιατί ο Θάνος Αξαρλιάν δεν μετατράπηκε ποτέ σε διαρκές ηθικό σύμβολο μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει κάθε πολιτική δολοφονία. Γιατί επί χρόνια η δημόσια συζήτηση έμοιαζε περισσότερο πρόθυμη να ερμηνεύσει παρά να καταδικάσει εκείνους που πίστευαν ότι η βόμβα, το καλάσνικοφ ή η μολότοφ μπορούσαν να αποτελέσουν μορφές πολιτικής έκφρασης. (...)

Έτσι εξηγείται γιατί η τρομοκρατία της άκρας Αριστεράς αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντούσε κανείς απέναντι σε οποιανδήποτε άλλη μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Οι δικαστικές καταδίκες δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από μια αντίστοιχη ηθική απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας στον δημόσιο λόγο. Πάντοτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μιλήσει για τις κοινωνικές αιτίες, για την οργή της νεολαίας, για την κρατική καταπίεση, για τον καπιταλισμό, για τον ιμπεριαλισμό, για οτιδήποτε άλλο μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κατανόησης. Σαν να υπήρχαν εγκλήματα που απαιτούσαν μόνο δικαιοσύνη και άλλα που όφειλαν προηγουμένως να γίνουν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.

Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος μιας ιδεολογικής κυριαρχίας. Δεν καταφέρνει να πείσει ότι η βία είναι καλή. Καταφέρνει να πείσει ότι υπάρχουν μορφές βίας που αξίζουν περισσότερη κατανόηση από άλλες. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η ίδια η δημοκρατία αρχίζει να εφαρμόζει δύο διαφορετικά ηθικά μέτρα απέναντι στην ίδια εγκληματική πράξη. (...)

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες δίδαξε στον εαυτό της να αναζητά πρώτα την ιδεολογική προέλευση του δράστη και ύστερα να αξιολογεί την πράξη. Γιατί όταν η ηθική εξαρτάται από την πολιτική ταυτότητα, η δημοκρατία παύει να διαθέτει μια κοινή κλίμακα δικαιοσύνης. Αποκτά δύο. Και από τη στιγμή που μια δημοκρατία αποδέχεται δύο μέτρα απέναντι στην ίδια μορφή βίας, έχει ήδη αρχίσει να υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται.