Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Η Γυναικοκτονία ως εννοιολογικό και ως νομικό ζήτημα


Δύο δημοσιευμένα κείμενα με θέμα το εφιαλτικά κλιμακούμενο φαινόμενο της Γυναικοκτονίας στη χώρα μας. Επιχειρείται μία προσέγγιση τόσο από εννοιολογική, όσο και από νομική οπτική γωνία.



      (ΤΟ ΒΗΜΑ, 31.08.2023)

Καμία λέξη ή έκφραση δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Τα λεξικά δεν προϋπήρξαν του ανθρώπου, τα έγραψαν ανθρώπινες κοινότητες μετά από μακραίωνες πορείες διαμόρφωσης γλωσσικών συμβάσεων. Και, κάθε λεξικό εμπλουτίζεται συνεχώς με νέα λήμματα, πολλά από τα οποία αντιστοιχούν σε λέξεις που κυκλοφορούν ανεπίσημα για ένα διάστημα ως νεολογισμοί. Ένας τέτοιος νεολογισμός, προϊόν ενός αποκρουστικού κοινωνικού φαινομένου της εποχής, είναι ο όρος «γυναικοκτονία».

Μορφή χιονοστιβάδας έχουν πάρει τα περιστατικά φρικιαστικών δολοφονιών γυναικών από τερατόμορφα «αρσενικά» (με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης) που δεν δέχονται αμφισβήτηση της ιδιοκτησιακής - όπως πιστεύουν - σχέσης τους με τη γυναίκα που έκανε κάποτε το λάθος να συσχετίσει μαζί τους τη ζωή της. Πρόκειται για έναν απόλυτα διακριτό τύπο κακουργήματος, ξέχωρο από άλλες εγκληματικές συμπεριφορές. Είναι, επομένως, αναγκαίο να περιγράφεται με έναν ειδικό όρο που να αποδίδει συμβολικά την ιδιαίτερη σημασία του.

Στο πλαίσιο του παρόντος σημειώματος, και με την επίγνωση ότι υπάρχουν εναλλακτικές απόψεις από ακαδημαϊκούς πολύ ειδικότερους του γράφοντος, ως γυναικοκτονία εννοούμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία. Θα μπορούσε, εν τούτοις, να περιλάβει τα σεξουαλικά εγκλήματα, αφού η πράξη του βιασμού συνίσταται σε de facto μετατροπή της γυναίκας σε «αντικείμενο», το οποίο ο βιαστής πρόσκαιρα θεωρεί ως «ιδιοκτησία» του και, σε ακραίες περιπτώσεις, είναι δυνατό ακόμα και να του αφαιρέσει τη ζωή.

Έχει αναπτυχθεί έντονη επιχειρηματολογία (κυρίως από νομικούς κύκλους) σύμφωνα με την οποία ο όρος «γυναικοκτονία» είναι περιττός και, ως εκ τούτου, μη δόκιμος, αφού μπορούμε να εντάξουμε αυτό το είδος εγκλήματος κατά γυναικών στην γενικότερη ανθρωποκτονία - ή, έστω, στην συζυγοκτονία (χωρίς προσδιορισμό φύλου). Αν, εν τούτοις, υιοθετήσουμε, ηθικά ή νομικά, μία τέτοια άποψη, αυτό που θα επιτύχουμε θα είναι να απορροφήσουμε μία πολύ ιδιαίτερη εγκληματική πράξη σε ένα ευρύτερο κακουργηματικό πλαίσιο, υποβαθμίζοντας και, τελικά, ακυρώνοντας το ειδικό βάρος της.

Παραδείγματα τέτοιων προσδιοριστικών λεκτικών επιμερισμών υπάρχουν πολλά. Μιλούμε, λ.χ., ειδικά για μισογυνισμό και δεν εντάσσουμε το φαινόμενο στην γενικότερη μισανθρωπία. Αναφερόμαστε σε ξενοφοβία αντί, γενικά, σε ανθρωποφοβία. Μιλάμε για κυνοφιλία όταν η λέξη «ζωοφιλία» δεν προσδιορίζει επαρκώς την ειδική αγάπη μας για τους σκύλους...

Η γυναικοκτονία, λοιπόν, αξίζει να προαχθεί από νεολογισμό σε δόκιμο όρο της γλώσσας μας και να βρει μία θέση στις νεότερες εκδόσεις των ελληνικών λεξικών και - γιατί όχι; - στις σελίδες των νομικών συγγραμμάτων.

Θα θέλαμε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε έναν αρκετά διαδεδομένο ορισμό τον οποίο, εν τούτοις, θεωρούμε λανθασμένο. Σύμφωνα με αυτόν, ως γυναικοκτονία (θα πρέπει να) θεωρείται η αφαίρεση της ζωής μίας γυναίκας επειδή ακριβώς είναι γυναίκα.

Τις προφανείς αδυναμίες του ορισμού αυτού επικαλούνται, μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, όσοι και όσες αρνούνται τον όρο «γυναικοκτονία». Διότι, αν η ίδια η γυναικεία φύση είναι το αίτιο των φόνων, τότε κάθε γυναίκα είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, εν δυνάμει θύμα κάποιου γυναικοκτόνου, ανεξάρτητα από την όποια σχέση μαζί του. Έτσι, από ιδιαίτερο και σαφώς περιγεγραμμένο τύπο εγκλήματος που διαπράττεται στο πλαίσιο διαπροσωπικών σχέσεων, η γυναικοκτονία καταλήγει να εντάσσεται στα γενικότερα εγκλήματα ρατσισμού (στην προκειμένη περίπτωση, σεξισμού, αφού η ιδιότητα που διαχωρίζει το θύμα από τον θύτη αφορά το φύλο). Ποιος ο λόγος, λοιπόν - επιχειρηματολογούν οι αρνητές - να επιβαρύνουμε το υπέρμετρα φορτωμένο νομικό σύστημα (αλλά και τα ίδια τα λεξικά της ελληνικής γλώσσας) με έναν ακόμα τύπο αδικήματος που προβλέπεται ήδη από υπάρχοντες νόμους;

Σημειώνουμε ότι στην Κύπρο η γυναικοκτονία είναι πλέον ιδιώνυμο αδίκημα που επισύρει αυστηρότατες ποινές (μία πολιτική επιλογή με ισχυρά συμβολική σημασία, πέραν της όποιας ποινικής). Σημειώνουμε επίσης ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει το έντονο (για να μην πω σχεδόν εμπαθές) ύφος κάποιων νομικών που αρθρογραφούν στο Διαδίκτυο εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη χρήση (νομική ή ακόμα και εννοιολογική) του όρου «γυναικοκτονία». Χωρίς μάλιστα να απουσιάζουν από τη γραφή τους και κάποιοι λαϊκιστικοί χαρακτηρισμοί (π.χ., ως «φεμινιστών») εκείνων που χρησιμοποιούν τον όρο.

Σε κάθε περίπτωση, το να αρνούμαστε να αρθρώσουμε τη λέξη «γυναικοκτονία», προσδοκώντας ότι έτσι θα αφαιρέσουμε το ηθικό βάρος από την πράξη, αποτελεί ξεκάθαρο δείγμα στρουθοκαμηλισμού. Και αυτό το κλείσιμο των ματιών απέναντι σε ένα αδιαμφισβήτητο κοινωνικό φαινόμενο ίσως μαρτυρά κάποιο αίσθημα ενοχής μιας «μάτσο» πατριαρχικής κουλτούρας που αρνείται - ή μάλλον, φοβάται - να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη...



      (ΚΛΙΚ, 01.07.2026)

Σε προηγούμενο κείμενο είχαμε αναφερθεί στη δυσκολία που συναντά στη χώρα μας η αναγνώριση του κλιμακούμενου φαινομένου της γυναικοκτονίας ως μορφής εγκλήματος που φέρει ειδικό βάρος και θα πρέπει να διαχωρίζεται εννοιολογικά από την εν γένει ανθρωποκτονία. Με λιγότερο εμφατικό, ίσως, τρόπο σχολιάσαμε την άρνηση πολλών (ίσως των περισσότερων) νομικών της χώρας να αναγνωρίσουν την γυναικοκτονία ως ιδιώνυμο αδίκημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται (προφανώς αυστηρότερα) από ειδικό ποινικό νόμο και δεν απορροφάται από το γενικότερο κακουργηματικό πλαίσιο της ανθρωποκτονίας. Και είναι αλήθεια ότι η νομική αναβάθμιση της γυναικοκτονίας συνιστά ιδιαίτερα περίπλοκο νομικό ζήτημα το οποίο απαιτεί ακριβή καθορισμό των αναγκαίων προϋποθέσεων.

Το κείμενο που ακολουθεί αντανακλά τις σκέψεις ενός απλού πολίτη, μη-νομικού, και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρεί να "εισέλθει στα χωράφια" της νομικής επιστήμης! Θα επικαλεστώ εδώ προς εκ των προτέρων υπεράσπισή μου την άποψη ενός φίλου δικηγόρου ότι, κατά μία έννοια, η νομική επιστήμη και τα μαθηματικά έχουν ισχυρή συγγένεια μεταξύ τους, καθώς βασίζονται κατά κύριο λόγο στην λογική. Με όπλο την λογική και μόνο, λοιπόν, θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσον το έγκλημα της γυναικοκτονίας θα μπορούσε να αποκτήσει αυτοδύναμη νομική υπόσταση, πέραν της καθαρά εννοιολογικής (που ούτε κι αυτή, σημειώνω, είναι καθολικά αποδεκτή).

Παραθέτω μερικά βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν, χωρίς φυσικά η λίστα να είναι πλήρης (κάτι τέτοιο θα απαιτούσε νομικό σύγγραμμα πολλών δεκάδων σελίδων!):

1. Γιατί απαιτείται ειδικό νομικό πλαίσιο για την γυναικοκτονία; Δεν αρκεί το γενικότερο πλαίσιο της ανθρωποκτονίας; Και γιατί, με την ίδια λογική, να μην δεχθούμε ως ιδιώνυμο αδίκημα και την ανδροκτονία; (Προς αποφυγή ενστάσεων, δεν τοποθέτησα εισαγωγικά στην τελευταία λέξη.)

Η απάντηση είναι ότι οι νόμοι δεν θεσπίζονται αυθαίρετα αλλά υπαγορεύονται από τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες και συγκυρίες της κάθε εποχής. Οι γυναικοκτονίες τείνουν να λάβουν μορφή επιδημίας τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, και η μόνη άμυνα της κοινωνίας απέναντι στο επικίνδυνα κλιμακούμενο φαινόμενο είναι ο Νόμος. Φυσικά καταγράφονται και δολοφονίες ανδρών από γυναίκες, αλλά σε πολύ μικρότερο αριθμό και, κυρίως, με διαφορετικά κίνητρα από εκείνο των γυναικοκτονιών. Το οποίο κίνητρο θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να περιγράψουμε.

2. Τι ακριβώς συνιστά γυναικοκτονία, και με βάση ποιο κριτήριο διακρίνεται από τα γενικά εγκλήματα κατά της ζωής;

Σύμφωνα με τον ορισμό που έχουμε δώσει, ο οποίος εμπνέεται από το γενικό πλαίσιο κινήτρων που φαίνεται να υπαγορεύουν τα σχετικά εγκλήματα, ως γυναικοκτονία χαρακτηρίζουμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία (και, γενικότερα, η οικονομική εκμετάλλευση), η ακραία ασυμβατότητα χαρακτήρων που οδηγεί σε εκρηκτικές διενέξεις, κλπ. Θα εξαιρέσουμε, επίσης, το έγκλημα της ακούσιας ευθανασίας για λόγους ελέους, έτσι όπως το "δόξασε" το άθλιο "Amour" (sic) του Μίκαελ Χάνεκε. Τέλος, δεν θα περιλάβουμε στις γυναικοκτονίες εγκλήματα λόγω μίσους για το γυναικείο φύλο, γενικά (φόνος μίας γυναίκας "επειδή ακριβώς είναι γυναίκα"), δοθέντος ότι αυτά υπάγονται στα εγκλήματα σεξισμού και δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι σε αυτή την κατηγορία πλειοδοτεί το ένα φύλο έναντι του άλλου.

Η βασική γενεσιουργός αιτία της γυναικοκτονίας συνίσταται στην πεποίθηση του δράστη ότι αμφισβητείται στην πράξη - άρα απειλείται - η εξουσία του απέναντι στο θύμα. Ο άντρας, δηλαδή, δεν αισθάνεται πλέον ότι διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο πάνω στη γυναίκα που θεωρεί κτήμα του. Και, για κάποιους εγωκεντρικούς άντρες, εκείνο που δεν τους ανήκει πια δεν έχει καν δικαίωμα ύπαρξης...

Ως παραδείγματα αυθεντικών γυναικοκτονιών μπορούμε να αναφέρουμε, ενδεικτικά, κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις (ο κατάλογος, φυσικά, δεν είναι εξαντλητικός):

    * Δολοφονία μίας γυναίκας από σύζυγο ή ερωτικό σύντροφο, όταν το θύμα εκδηλώσει πρόθεση διακοπής της σχέσης με τον θύτη (συχνά, μάλιστα, λόγω συστηματικής κακοποιητικής συμπεριφοράς του τελευταίου).

    * Δολοφονία για λόγους ερωτικής αντιζηλίας, όταν η σύντροφος (ή πρώην σύντροφος) συνάψει σχέση με άλλο άτομο. Συχνά πρόκειται για έγκλημα που συντελείται μετά τον χωρισμό του θύτη από το θύμα.

    * Σπανιότερα: Δολοφονίες γυναικών για λόγους "τιμής" σε οπισθοδρομικές και ανεξέλικτες κλειστές κοινωνίες. Δράστης θα μπορούσε να είναι ακόμα και ο ίδιος ο πατέρας - "ιδιοκτήτης" ex officio - του θύματος...

    * Στα εγκλήματα γυναικοκτονίας θα μπορούσαμε να εντάξουμε και εκείνα που διαπράττονται στο πλαίσιο ενός βιασμού. Ο βιασμός ισοδυναμεί με "αντικειμενοποίηση" της γυναίκας και συνιστά de facto κατάργηση της ερωτικής αυτονομίας της. Ο βιαστής, σε ρόλο προσωρινού "ιδιοκτήτη" του "αντικειμένου", είναι δυνατό να φτάσει ακόμα και στο έγκλημα προκειμένου να ικανοποιήσει την νοσηρή ανάγκη επικυριαρχίας του.

3. Φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός ενός εγκλήματος ως γυναικοκτονίας βασίζεται στην απόδοση πολύ συγκεκριμένου "ιδιοκτησιακού" κινήτρου στον δράστη. Έτσι, η δίκη για μία ενδεχόμενη γυναικοκτονία ανάγεται κατ' ουσίαν σε δίκη προθέσεων. Πώς είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί νομικά το ειδικό αυτό κίνητρο του εγκλήματος;

Πρόκειται για το δυσκολότερο ζήτημα στη νομική θέσπιση της γυναικοκτονίας, και το μόνο που θα μπορούσα να κάνω ως μη-ειδικός είναι να περιγράψω ένα γενικό πλαίσιο ιδεών. Το ερώτημα είναι: Πώς πιστοποιείται το αίσθημα "ιδιοκτησίας" που φέρει ένα άτομο απέναντι σε ένα άλλο;

Ιδιοκτησία σημαίνει απόλυτο έλεγχο πάνω στο (θεωρούμενο ως) "αντικείμενο", στο οποίο αμφισβητείται το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής με στόχο, τελικά, την κατάργηση του αυτεξούσιου και την υποκατάστασή του από τη βούληση του "ιδιοκτήτη". Κριτήριο ιδιοκτησιακής αντίληψης, λοιπόν, είναι κάθε απόπειρα παράνομης στέρησης της ελευθερίας ενός άλλου ατόμου - εν προκειμένω, μίας γυναίκας, ανεξάρτητα από το αν στο πλαίσιο της ελευθερίας αυτής παραβιάζονται ή όχι καθιερωμένοι ηθικοί κανόνες. Ένας άντρας διατηρεί πάντα το δικαίωμα αξιοπρεπούς αποχώρησης από μία σχέση που έχει πάψει να ανταποκρίνεται στα προσωπικά του ιδεώδη. Αυτό που δεν του αναγνωρίζεται ως δικαίωμα είναι η αφαίρεση της ζωής της γυναίκας που τα διέψευσε!

4. Πέρα από την ως τώρα άρνηση του Νόμου να αναγνωρίσει την γυναικοκτονία ως τέτοια, έχει τουλάχιστον αυτός συμβάλει στην πρόληψη του φαινομένου;

Δυστυχώς, ο Νόμος έχει αποδειχθεί παντελώς ανεπαρκής σε ό,τι αφορά την προστασία της γυναίκας. Ενώ η γυναίκα ενθαρρύνεται να καταγγέλλει κακοποιητικές συμπεριφορές και, κυρίως, να αναφέρει στις Αρχές κάθε ένδειξη απειλής εναντίον της, δεν έχει βρεθεί αποτελεσματικός τρόπος περιορισμού των κινήσεων ενός αποφασισμένου δολοφόνου, ο οποίος κατά κανόνα βρίσκει το θύμα του μόνο και απροστάτευτο. Για τις Αρχές υπάρχει πάντα εκ των υστέρων δικαιολογία: δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια που τους επιτρέπει ο Νόμος ώστε να εφαρμόσουν αυστηρότερα μέτρα περιορισμού και ελέγχου. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι σχεδόν ρητορικό: Αντιλαμβάνεται, τελικά, ο νομοθέτης την ευθύνη του απέναντι στις γυναίκες που δεν μπόρεσαν (ίσως και κάποιες που αύριο δεν θα μπορέσουν) να δουν το φως της επόμενης μέρας; Ας μην αισιοδοξούμε υπερβολικά...

Γενικό συμπέρασμα: Η γυναικοκτονία μπορεί να αναβαθμιστεί σε ιδιώνυμο αδίκημα, εφόσον καθοριστούν επακριβώς από τους νομικούς τα πιστοποιητικά χαρακτηριστικά του ιδιαίτερου αυτού κακουργήματος που το διαχωρίζουν από κάθε άλλον τύπο εγκλήματος κατά της ζωής. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα πάψουμε κάποτε να κλείνουμε με προσποιητή αφέλεια τα μάτια μπροστά στην επικίνδυνη κλιμάκωση ενός φρικτού φαινομένου που ουδόλως κολακεύει μία σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία!

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Ο «Μεγάλος Πόλεμος»: Ένα ιστορικό μάθημα που δεν πρέπει να ξεχαστεί


Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ίσως έχει πάψει πια να ερεθίζει τη φαντασία μας. Τα ιστορικά διδάγματα που μας κληροδότησε, όμως, δεν θα πρέπει να αγνοούνται, τη στιγμή που δείχνουν να χαλαρώνουν οι ηθικοί και πολιτικοί δεσμοί που με κόπο και αίμα αναπτύχθηκαν ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη...

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) ίσως φαντάζει σήμερα τόσο μακρινός που, για πολλούς μη-ιστορικούς, δεν είναι παρά ένα αξιοσέβαστο θέμα ακαδημαϊκής μελέτης το οποίο ελάχιστα πλέον επηρεάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Εν τούτοις, η ίδια η έννοια της ιστορικής συνέχειας διαψεύδει μία τόσο επιφανειακή αντίληψη. Ας σκεφτούμε μόνο ότι ο λεγόμενος «Μεγάλος Πόλεμος» ήταν στην ουσία το πρώτο μέρος μιας αιματηρής παγκόσμιας κρίσης που οδήγησε σε μία ακόμα μεγαλύτερη και πιο δολοφονική: τον πόλεμο που προκάλεσε η διαστροφική κυριαρχική μανία του Άντολφ Χίτλερ. Κι ο πόλεμος αυτός, με τη σειρά του, ανέδειξε την ανάγκη στενότερης συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών, έτσι ώστε να μη διαπράξουν ξανά τα λάθη που οδήγησαν σε καταστροφική αλληλοεξόντωση.

Κι έτσι γεννήθηκε η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης. Ένα οικοδόμημα που χτίστηκε βήμα – βήμα πάνω στην πεποίθηση ότι η γενική ευημερία θα έρθει ως αποτέλεσμα συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης, όχι εθνικών περιχαρακώσεων και ανταγωνισμών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που αρκετοί σήμερα ονειρεύονται τη διάλυσή της, βγήκε στ’ αλήθεια μέσα από τις στάχτες δύο πολέμων που κόστισαν στην ήπειρο την απώλεια ισάριθμων γενεών.

Τη στιγμή που η ευρωπαϊκή ενότητα δείχνει ανησυχητικά σημάδια χαλάρωσης (λόγω, κυρίως, του μεταναστευτικού προβλήματος και, δευτερευόντως, ως αποτέλεσμα των μεθοδεύσεων ενός επικίνδυνου και πολεμοχαρούς δικτάτορα στα ανατολικά) θα ήταν, πιστεύουμε, διδακτικά ωφέλιμο να γυρίσουμε πίσω το ρολόι της Ιστορίας για να ξαναδούμε μία διαιρεμένη Ευρώπη στις σκοτεινές μέρες των αρχών του εικοστού αιώνα. Θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε, όσο αντικειμενικά μπορούμε, τις ευθύνες για το ξέσπασμα του «Μεγάλου Πολέμου», καθώς και να καταγράψουμε τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα μέσα στα εφιαλτικά χαρακώματα. Το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται σε μελέτη που δημοσιεύθηκε σε δύο μέρη το 2014, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου...

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Ελένη (1985) | Η ταινία και το ιστορικό πλαίσιο


    Από άρθρο [1] του καθηγητή Στάθη Καλύβα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ:

Το 1948 η Ελένη Γκατζογιάννη, κάτοικος του ορεινού χωριού Λια της Μουργκάνας στην Ήπειρο, που ελέγχεται από τους αντάρτες του «Δημοκρατικού Στρατού», αρνείται να παραδώσει τα παιδιά της στις τοπικές αρχές, δηλαδή το ΚΚΕ που σκοπεύει να στρατολογήσει τα μεγαλύτερα και να μετακινήσει στις φιλικές προς αυτό χώρες τα μικρότερα. Πρόκειται για το λεγόμενο «παιδομάζωμα» [2], μια κίνηση που σκοπό είχε να ενισχύσει τις ισχνές εφεδρείες του κόμματος και του στρατού του, αυξάνοντας ταυτόχρονα τον έλεγχό του πάνω στους εναπομείναντες αγροτικούς πληθυσμούς που ζούσαν υπό τον έλεγχό του. Αντιδρώντας, η Ελένη συμμετέχει με επιτυχία στη φυγάδευση των παιδιών της προς την περιοχή που ελέγχεται από το κράτος, μαζί με άλλα παιδιά και κάποιους μεγάλους, συνολικά είκοσι άνθρωποι, όλοι τους άμαχοι. Για την πράξη της αυτή συλλαμβάνεται, βασανίζεται, «δικάζεται» δημόσια και εκτελείται τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς [3], μαζί με άλλους τέσσερις συγχωριανούς της. Μια τοπική τραγωδία ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες που σημάδεψαν τον Εμφύλιο και που θα παρέμενε χαμένη στην αχλή της μνήμης των γερόντων ενός ερειπωμένου πια ακριτικού χωριού και διαστρεβλωμένη από τη φημολογία των απογόνων τους, εσωτερικών ή εξωτερικών μεταναστών.

Καθώς ο άνδρας της Ελένης ήταν μετανάστης στην Αμερική, μετά τον χαμό της μάνας τους τα παιδιά της εγκαταστάθηκαν σε μια καινούργια χώρα. Ο μονάκριβος γιος της, ο Νίκος, εξελίχθηκε σε πετυχημένο δημοσιογράφο στους New York Times. Όμως, η ιστορία της μητέρας του για την οποία γνώριζε μόνο αντικρουόμενες φήμες τις οποίες κάλυπτε ένα γενικευμένο πέπλο σιωπής, τον βασάνιζε. Ξεκίνησε λοιπόν μια μεγάλη δημοσιογραφική και ιστορική έρευνα που κατέληξε στην «Ελένη», το 1983. Γραμμένο στα αγγλικά, το βιβλίο γνώρισε μια απίστευτη διεθνή καριέρα. Ο λόγος προφανής: στο κέντρο του βρίσκεται ένα μυστήριο (ο θάνατος της Ελένης), η πρόσβαση στο οποίο συνδυάζει την εξονυχιστική έρευνα με τη ζωντανή γραφή. Πρωταγωνιστής ο ίδιος ο συγγραφέας που δεν είναι απλά ένας ερευνητής. Το βιβλίο ξεπερνάει τα γεωγραφικά και ιστορικά όρια της Ελλάδας και γεννά συναισθήματα αντίστοιχα της αρχαίας τραγωδίας: η θυσία μιας μάνας, η σχέση με τους προγόνους μας, η προσωπική κάθαρση, το νόημα της αλήθειας και της γνώσης, το περιεχόμενο της ταυτότητάς μας, η σύγκρουση δικαιοσύνης και εκδίκησης, μνήμης και λήθης.

Οι αντιδράσεις στη χώρα μας ήταν από αρνητικές έως εχθρικές (ιδιαίτερα όταν προβλήθηκε η ταινία που βασίστηκε στο βιβλίο). Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, η «Δεξιά» (δηλαδή το μη κομμουνιστικό στρατόπεδο, που ξεκινούσε από τις παρυφές του ΚΚΕ και πήγαινε ως την πιο ακραία δεξιά) δεν είχε δικαίωμα ούτε να έχει, αλλά ούτε και να θρηνεί θύματα. Αντίστροφα, η Αριστερά μπορούσε να διεκδικεί (όλα) τα θύματα και να καλύπτει τους δικούς της θύτες. Πρόκειται για μια γελοία αντίληψη που πλέον πνέει τα λοίσθια, αλλά είχε αδικαιολόγητα μεγάλη διάρκεια και μας έκανε πολύ κακό, καθιστώντας δυνατή και τη φάρσα του «ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς» των τελευταίων ετών...

    [1]  Σ. Ν. Καλύβας: Για την Ελένη του Εμφυλίου

    [2]  Βλ. Ν. Μαραντζίδη: Το «παιδομάζωμα» στον Εμφύλιο

    [3]  Στις 28 Αυγούστου του 1948.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Σφαγή της Σρεμπρένιτσα και άλλα εγκλήματα πολέμου στον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο

Από το κανάλι Get.factual στο YouTube:

In the 1990s, the collapse of Yugoslavia triggered nearly a decade of war in the Balkans, leaving more than 100,000 dead and millions displaced in the worst European conflict since World War II. This documentary follows the final and bloodiest phase of that disintegration: from the Washington Agreement of March 1994 to the fall of Srebrenica on July 11, 1995, when General Ratko Mladic's troops breached the UN protection zone and systematically murdered over 8,000 Muslim men and boys in the largest massacre on European soil since 1945. While the United Nations watched and stalled, Sarajevo endured the longest siege of the 20th century at 1,425 days, until NATO's Operation Deliberate Force in August 1995 forced the warring parties to the table, ending the Bosnian War with the Dayton Agreement signed in Paris on December 14, 1995. Yet peace proved fragile: as the Kosovo Liberation Army, founded in 1996, escalated its guerrilla war against Serbian forces, the Racak massacre of January 1999 triggered NATO's Operation Allied Force on March 24, 1999, with 78 days of airstrikes that saw German jets in combat for the first time since World War II. Milosevic capitulated in June 1999, and Karadzic and Mladic were eventually sentenced to life imprisonment in The Hague, but with Bosnia's ethnic divisions frozen, Kosovo's independence still unrecognized by Serbia, and outside powers competing for influence across the region, the powder keg of the Western Balkans remains dangerously unresolved.

Δείτε ακόμα:

Σφαγή της Σρεμπρένιτσα

Ράτκο Μλάντιτς


Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Περί γενοκτονιών και «γενοκτονιών»...

Από την εμμονική μαζική ρητορεία περί «γενοκτονίας στη Γάζα» είναι φανερό ότι υπάρχει αδυναμία διάκρισης των γενοκτονιών από τα «κοινά» εγκλήματα πολέμου (αν υποτεθεί ότι τα τελευταία υφίστανται εν προκειμένω, αλλά ας το προσπεράσουμε αυτό για να μην ανοίξουμε πολύ τη συζήτηση...). Αντιγράφω από παλιότερες δημοσιεύσεις στο ΒΗΜΑ και το ΚΛΙΚ:

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι, στη συνείδηση του δημοκρατικού ανθρώπου, ο Ναζισμός διατηρεί προεξάρχουσα θέση στην κλίμακα του ανθρώπινου Κακού. Για κάποιους μελετητές του Ολοκαυτώματος, μάλιστα, δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με το συμβατικό «ανθρώπινο» Κακό αλλά με κάτι που ξεπερνά κι αυτά ακόμα τα ανθρώπινα μέτρα.

Για το συντριπτικά μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων, εκείνων δηλαδή που δεν έχουν «μολυνθεί» από ναζιστικές ιδέες, η ηθική αξιολόγηση του Ναζισμού είναι δεδομένη και αυτονόητη: Οι Ναζί ήταν εκπρόσωποι του ακραίου, του απόλυτου Κακού. Μία βαθύτερη εξέταση του θέματος, εν τούτοις, επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή σε ό,τι αφορά τη χρήση του όρου «κακό». Το παρακάτω απλοϊκό ερώτημα μοιάζει σχεδόν ρητορικό:

    – Ήταν ο Ναζισμός κακός;

Αν απαντήσουμε καταφατικά, έχουμε πέσει σε μία φοβερή παγίδα που άθελά μας στήσαμε μόνοι μας: Δώσαμε στον Ναζισμό ανθρώπινο πρόσωπο! Ας μου επιτραπεί να εξηγήσω:

Το κακό – ακόμα και στην ακραία εκδοχή του – σχετίζεται με την ηθική διαβάθμιση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Έξω από τον άνθρωπο δεν υπάρχει «καλό» ή «κακό». Έτσι, αν χαρακτηρίσουμε τον Χίτλερ ως «κακό», του έχουμε αυτομάτως αναγνωρίσει την ανθρώπινη ιδιότητα. Την οποία αμφίβολο είναι ότι εκείνος και το καθεστώς του έφεραν.

Τι είναι, όμως, αυτό που καθορίζει και οριοθετεί την ανθρώπινη ιδιότητα; Απόλυτη απάντηση δεν υπάρχει έξω από το σαφές πλαίσιο που ορίζει η βιολογία. Αν, εν τούτοις, δεχθούμε τον άνθρωπο κατά κύριο λόγο ως ηθικό μέγεθος, τότε μπορούμε να πούμε ότι το κριτήριο που επιβεβαιώνει ή απορρίπτει, ανάλογα, την πιο πάνω ιδιότητα, είναι η αυτοσυνειδησία. Συγκεκριμένα, πώς τοποθετεί το άτομο τον εαυτό του μέσα στο πλέγμα της αιτιότητας.

Ο άνθρωπος παράγει αιτιότητα αλλά και υπόκειται σε αυτήν. Δηλαδή, συμμετέχει στην αιτιακή αλυσίδα τόσο ως γενεσιουργό αίτιο, όσο και ως υποκείμενο αποτέλεσμα. Ειδική σημασία για την παρούσα συζήτηση έχει το κομμάτι της αιτιότητας που αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις. Ένα άτομο, λοιπόν, μπορεί να επηρεάσει τη ζωή ενός άλλου ατόμου, το οποίο, με τη σειρά του, μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του πρώτου. Σε ακραία περίπτωση, ένας άνθρωπος μπορεί να σκοτώσει κάποιον άλλον αλλά και να σκοτωθεί από εκείνον. Αυτή η αμφίδρομη σχέση με την αιτιότητα αποτελεί, εξ ορισμού, μέρος της αυτοσυνειδησίας κάθε ατόμου ή, συλλογικά, κάθε κοινωνικής ομάδας.

Υπάρχει, εν τούτοις, μία ακραία παρέκκλιση από τον τελευταίο αυτό κανόνα. Πρόκειται για τον συνειδησιακό τύπο που πιστεύει – και δεν διστάζει να επιβάλει ακόμα και με τη βία την πίστη του αυτή – ότι δικαιούται να επηρεάζει την αιτιότητα χωρίς να υπόκειται σε αυτήν. Ο τύπος αυτός, δηλαδή, έχει συνειδητά απαρνηθεί την ανθρώπινη ιδιότητά του, απονέμοντας αυθαίρετα στον εαυτό του έναν ανώτερο ρόλο: αυτόν ενός οιονεί «θεού»!

Στην κατηγορία αυτή ανήκαν οι Ναζί. Όπως έχουμε σημειώσει θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως εκπρόσωπους μίας φυσικής Αρχής που είχε το απόλυτο δικαίωμα να αποφασίζει για την ύπαρξη ή τον αφανισμό οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας, οσοδήποτε μεγάλης, χωρίς η ίδια αυτή «Αρχή» να υπόκειται σε άνωθεν έλεγχο ή έξωθεν αμφισβήτηση της παντοδυναμίας της.

Αυτό που καθιστά το ναζιστικό καθεστώς μοναδικό ανάμεσα σε άλλα ρατσιστικά καθεστώτα είναι το γεγονός ότι, υπερβαίνοντας τα όρια του «απλού» κοινωνικού διαχωρισμού, επιδόθηκε σε φυλετική εξόντωση. Στο πλαίσιο της μαζικής αυτής δολοφονίας, οι Ναζί λειτούργησαν σαν «θεοί» που μπορούσαν να επιλέξουν αυθαίρετα σε ποιο ανθρώπινο είδος θα εκχωρούσαν το δικαίωμα στη ζωή, και σε ποιο είδος θα το αρνούνταν και θα το καταργούσαν.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί εδώ ότι η εξόντωση δεν ήταν πράξη αυτοσυντήρησης του χιτλερικού καθεστώτος απέναντι σε μία ανθρώπινη ομάδα που το απειλούσε, αλλά αποτέλεσμα και μόνο της διαστροφικής ιδεολογίας του Ναζισμού. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το ναζιστικό καθεστώς να ξεχωρίζει από άλλα εγκληματικά καθεστώτα, όπως εκείνο του Στάλιν. (Σε ένα παλιότερο κείμενο είχαμε αναφερθεί αναλυτικά στα εγκλήματα των δύο αιμοσταγών δικτατόρων του εικοστού αιώνα.)

Συμπερασματικά, η παρέκκλιση από την ανθρώπινη αυτοσυνειδησία, κι ακόμα περισσότερο η διάπραξη μαζικού εγκλήματος στη βάση της παρέκκλισης αυτής, αυτοδικαίως αφαιρεί από τους δολοφόνους το προνόμιο να θεωρούνται άνθρωποι. Συνεπώς, το να χαρακτηρίζουμε απλοϊκά τους Ναζί ως «κακούς» συνιστά τιμή για εκείνους, αφού το κακό αποτελεί διαβάθμιση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή, τους προβιβάζουμε άθελά μας σε ανθρώπους, κάτι που οι Ναζί είναι αμφίβολο πως ήταν. Ο Ναζισμός δεν δικαιούται το «εύσημο» του Κακού!

Οι πράξεις γενοκτονίας, λοιπόν, στις οποίες επιδόθηκαν οι Ναζί στο Ολοκαύτωμα, δεν εντάσσονται στη λογική μιας εθνικής - ή, έστω, καθεστωτικής (à la Στάλιν) - αυτοσυντήρησης. Αποτελούν εμπράγματη έκφραση υποτιθέμενου «δικαιώματος» μίας ομάδας  «ανθρώπων» εμφορούμενων από ρατσιστικά αισθήματα, να παρέμβουν στο κοσμικό σχέδιο του Θεού και να το «διορθώσουν» κατά το δοκούν, εξαλείφοντας ένα κομμάτι της ανθρωπότητας που, κατά τη γνώμη τους, δεν θα έπρεπε να είχε υπάρξει ποτέ.

Τονίζουμε ότι δεν πρέπει να συγχέεται η γενοκτονική πολιτική των Ναζί με τα εγκλήματα πολέμου, ακόμα και όταν πρόκειται για μαζική εξόντωση άμαχου πληθυσμού. Τέτοια εγκλήματα ήταν, π.χ., οι βομβαρδισμοί της χιτλερικής αεροπορίας στη Βαρσοβία (1939), στο Ρότερνταμ και το Κόβεντρι (1940), καθώς και οι μαζικές εκτελέσεις απλών πολιτών ως αντίποινα ή ως μέτρα συμμόρφωσης. Τα εγκλήματα αυτά εντάσσονται στην κυνική (και, ασφαλώς, ανήθικη) λογική του πολέμου, και έχουν σαν κύριο στόχο την κάμψη του ηθικού του αντιπάλου και την εξώθησή του σε συνθηκολόγηση. Στα εγκλήματα γενοκτονίας, αντίθετα, ο στόχος δεν είναι η πολεμική επικράτηση αλλά ο μαζικός αφανισμός ενός ανθρώπινου συνόλου, στη βάση της διαστροφικής πεποίθησης ότι μία κοινή ιδιότητα των θυμάτων, όπως η φυλή ή η θρησκευτική παράδοση (στον βαθμό που η τελευταία δεν συνιστά απειλή για την ανθρωπότητα) αφαιρεί εξ ορισμού το δικαίωμά τους να απολαμβάνουν το προνόμιο της ζωής.

Τούτων λεχθέντων, αφήνουμε πίσω τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι ερχόμαστε σε έναν σημερινό, αυτόν που διεξάγει το Ισραήλ στη Γάζα. Λόγω της μονόπλευρης ενημέρωσης που επιβάλλει το αριστερο-ακροδεξιό κατεστημένο στη χώρα μας, δεν θεωρώ αξιόπιστες τις όποιες πληροφορίες για «εγκλήματα πολέμου» του Ισραήλ. Ούτε όμως είμαι και σε θέση να επιχειρηματολογήσω υπέρ του αντιθέτου. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι η απάντηση στο (μη-ρητορικό) ερώτημα:

    – Διαπράττει το Ισραήλ έγκλημα γενοκτονίας στη Γάζα;

Σε κάποιες περιπτώσεις, οι καλύτερες απαντήσεις σε ένα ερώτημα δίνονται μέσα από άλλα ερωτήματα (μας το δίδαξε, άλλωστε, ο Σωκράτης). Ας δούμε, λοιπόν, μερικά ερωτήματα, όχι καταρχήν ρητορικά:

1. Υπάρχει διακηρυγμένη ή, έστω, διαφαινόμενη πρόθεση του Ισραήλ να αφανίσει από προσώπου Γης τον Παλαιστινιακό λαό; Δηλαδή, δολοφονεί το Ισραήλ κάθε Παλαιστίνιο, είτε στη Γάζα είτε, γενικότερα, σε όποιο μέρος της Γης τον συναντήσει, επειδή και μόνο είναι Παλαιστίνιος; Θυμίζω: Τα εγκλήματα γενοκτονίας διαπράττονται κυρίως για λόγους ιδεολογίας (εθνικιστικής ή θρησκευτικής) και όχι στο πλαίσιο αμυντικής πολιτικής! Υπήρχε καταρχήν πρόθεση του Ισραήλ να επέμβει στη Γάζα με μοναδικό σκοπό την εξόντωση «αλλόπιστων», αν οι τελευταίοι δεν απειλούσαν την ύπαρξή του;

2. Πάμε τώρα στην απέναντι πλευρά: Η απερίγραπτα κτηνώδης (δεν χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες) δολοφονική επίθεση της Χαμάς σε ένα ειρηνικό νεανικό μουσικό φεστιβάλ στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023, ήταν πράξη που υπαγορεύτηκε από κάποιο είδος αμυντικής πολεμικής λογικής; Γιατί δολοφονήθηκαν μαζικά και βιάστηκαν φρικτά τόσα νέα παιδιά, αν όχι για τον λόγο και μόνο ότι ήταν Εβραίοι; Και, πώς διαφέρουν τα κίνητρα των δολοφόνων από εκείνα των εξίσου τυφλά φανατισμένων Ναζί στο Ολοκαύτωμα; (Το επιχείρημα περί «αντίδρασης απελπισμένων ανθρώπων στην καταπίεση που υφίστανται από το Ισραήλ» είναι τόσο αφελές που δεν χρήζει σχολιασμού, πόσο μάλλον σοβαρής ανάλυσης!)

3. Υπεμφαίνει ή όχι όραμα (ακόμα και προτροπή) γενοκτονίας το αγαπημένο σε «προοδευτικές συλλογικότητες» σύνθημα “from the River to the Sea”; (Με απλά λόγια, να αφανιστεί το κράτος του Ισραήλ και μαζί του όλοι οι Εβραίοι, από τον Ιορδάνη ως τη Μεσόγειο!)

4. Κι ακόμα: Είναι ή όχι ευθείες πράξεις ρατσισμού στη χώρα μας οι εκδηλώσεις ενάντια σε επισκέπτες από το Ισραήλ, αποκλειστικά και μόνο λόγω της εβραϊκής τους καταγωγής, ανεξάρτητα από το αν υποστηρίζουν ή όχι την πολιτική του Νετανιάχου;



Σε ό,τι αφορά, λοιπόν, το βασικό ερώτημα αυτού του κειμένου - κατά πόσον, δηλαδή, το Ισραήλ διαπράττει έγκλημα γενοκτονίας στη Γάζα, παραχωρώ το προνόμιο της τελικής απάντησης στον νοήμονα αναγνώστη...

ΚΠ

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Το ηθικό ζήτημα στον Φιλελευθερισμό


Η ηθική του Φιλελευθερισμού είναι φιλοσοφικό ζήτημα που με έχει απασχολήσει αρκετά την τελευταία δεκαετία. Προσωπικά, θεωρώ τον φιλελευθερισμό ως κυνικό δόγμα που στέκεται αδιάφορο μπροστά σε ηθικά ζητήματα (πλην αυτών, φυσικά, που αφορούν την παραβίαση της ελευθερίας).

Σε ανάρτηση κορυφαίου ακαδημαϊκού γνώστη του αντικειμένου, εν τούτοις, διάβασα πρόσφατα ότι, περίπου (αν όχι κυριολεκτικά), ο φιλελευθερισμός είναι συνώνυμος της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης! «Γηράσκω αεί διδασκόμενος», είχε πει ο Σόλων ο νομοθέτης...

Το 2018 δημοσίευσα στο ΒΗΜΑ ένα άρθρο που είχε ως τίτλο το (κατά βάση μη-ρητορικό) ερώτημα: Είναι «ηθικός» ο Φιλελευθερισμός; Παραθέτω ένα εκτενές απόσπασμα (το πλήρες κείμενο στο link που υπάρχει στο τέλος) και ας βγάλει ο αναγνώστης τα συμπεράσματά του...

Υπάρχει «ηθική» στον Φιλελευθερισμό – με τον καθολικό και σύμμετρο τρόπο που ορίζεται αυτός στο εξαιρετικά παιδαγωγικό βιβλίο «Φιλελευθερισμός» του Αριστείδη Χατζή; Στο σημείο αυτό, θα ήταν χρήσιμο να παραθέσω ως παράδειγμα ένα πραγματικό περιστατικό που μου μετέφερε αυτήκοη μάρτυς:

Η «ψυχή» της γυναικοπαρέας αφηγείτο με κομπασμό και ιδιαίτερα θετική διάθεση μία πρόσφατη εμπειρία της. Είχε βρεθεί προσκεκλημένη σε δείπνο από ένα ζευγάρι γνωστών. Η οικοδέσποινα αντιμετώπιζε από καιρό σοβαρό πρόβλημα υγείας που της είχε προκαλέσει αναπηρία και την υποχρέωνε σε μερική ακινησία. Θέλοντας να προβάλει εμφατικά την δική της καλή κατάσταση υγείας και την άριστη κινητικότητά της, η προσκεκλημένη άρχισε κάποια στιγμή να χορεύει προκλητικά υπό τους ήχους της μουσικής του ραδιοφώνου και το λάγνο βλέμμα τού (προφανώς στερημένου) κυρίου – αλλά και το μελαγχολικό εκείνο της (ήδη παραιτημένης από τη ζωή) συζύγου του...

Κάποιοι αναγνώστες θα μιλήσουν για την πιο απεχθή μορφή ανηθικότητας. Δεν θα διαφωνήσω μαζί τους! Θα επισημάνω, εν τούτοις, ότι, με βάση τις αρχές του Φιλελευθερισμού, η αυτοσχέδια χορεύτρια εξάσκησε ένα αναφαίρετο δικαίωμά της: να ορίζει η ίδια την κίνηση του σώματός της. Εκτός αυτού, δεν προκάλεσε την παραμικρή επιπρόσθετη σωματική βλάβη στην ανάπηρη κυρία. Ο χορός της προσκεκλημένης, λοιπόν, όσο ακραία και αποκρουστική συμπεριφορά και αν θεωρείται, είναι απόλυτα συμβατός με την φιλελεύθερη κοσμοθεώρηση. Το αν είναι ή όχι ηθική πράξη, είναι μια άλλη ιστορία που αφορά, ίσως, κάποιους «οπισθοδρομικούς» φιλοσόφους...

Ο Φιλελευθερισμός, ως γενικότερη κατεύθυνση κοινωνικής ζωής και όχι μόνο ως πολιτικό και οικονομικό σύστημα (όπως έχει καταλήξει να αντιμετωπίζεται), ενώ ωθεί το άτομο στο να αναζητά όλο και περισσότερη ελευθερία, αποποιείται την ευθύνη της ηθικής διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου στην διαχείριση της ελευθερίας που αποκτά (θεωρώντας, ίσως, ότι αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει να απασχολεί τη θρησκεία). Θα έλεγε κανείς ότι ο ηθικός προβληματισμός όχι μόνο απουσιάζει από τη φιλελεύθερη κοσμοθεωρία αλλά και αποτελεί ένα είδος «ταμπού» για εκείνη.

Πράγματι, αν αυτονόητα εξαιρέσουμε την υλική βλάβη στο σώμα ή στην περιουσία του συνανθρώπου, καθώς και την συκοφαντική προσβολή της προσωπικότητάς του, ο μόνος γενικά αποδεκτός «ηθικός» κανόνας για τον Φιλελευθερισμό είναι η αποφυγή του περιορισμού της ελευθερίας! Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ως αξιακό σύστημα, ο Φιλελευθερισμός είναι η απόλυτη υπέρβαση της ηθικής. Δεν πρόκειται για ηθικολογική εκτίμηση αλλά για λογική διαπίστωση. Θα επιχειρήσω να το εξηγήσω:

Το ηθικό ζήτημα αφορά την ανθρώπινη συνείδηση και κωδικοποιείται από ένα σύστημα αρχών τις οποίες ο καθένας χωριστά (ανεξάρτητα, δηλαδή, από τους άλλους ανθρώπους) αποδέχεται, και με βάση τις οποίες επιλέγει να λειτουργεί ώστε να βρίσκεται σε αρμονία με τον εαυτό του. Είναι ένα σύστημα που σχετίζεται με την ατομική συνειδητότητα και δεν ετεροκαθορίζεται. Δεν το υπαγορεύει, λ.χ., κάποια θρησκεία, ούτε το επιβάλλουν κάποιες θεσμοποιημένες κοινωνικές συμβάσεις. Αντιπροσωπεύει, λοιπόν, έναν απόλυτα εξατομικευμένο αξιακό κώδικα.

Οι αρχές αυτές (και όχι οι νόμοι της κοινότητας!) υπαγορεύουν στον άνθρωπο να επιδιώκει μικρότερο βαθμό ικανοποίησης των προσωπικών του επιθυμιών – άρα, να εκχωρεί μέρος της ελευθερίας του – προκειμένου να δοθεί περισσότερος χώρος στην ικανοποίηση των επιθυμιών κάποιων συνανθρώπων του – άρα, εκ των πραγμάτων, να διευρυνθεί ο δικός τους βαθμός ελευθερίας.

Επιδιώκοντας, λοιπόν, τη μεγιστοποίηση της ελευθερίας μας θα πρέπει αναγκαία να ελαχιστοποιήσουμε το σύστημα των αρχών επί τη βάσει των οποίων (εμείς οι ίδιοι) επιλέγουμε να λειτουργούμε ως κοινωνικές μονάδες. Οριακά, η απόλυτη, η απεριόριστη ελευθερία μπορεί μόνο να επιτευχθεί αν μηδενίσουμε αυτό το σύστημα αρχών (με αυτονόητη εξαίρεση, ασφαλώς, εκείνες που αφορούν υλική ή ακραία ηθική βλάβη). Με άλλα λόγια, αν αφαιρέσουμε ολοκληρωτικά την ηθική διάσταση από τη ζωή μας και τη λειτουργία μας ως μελών μιας κοινωνίας!

Ασφαλώς, ο Φιλελευθερισμός δεν αποτρέπει τον άνθρωπο από το να λειτουργεί κατά συνείδηση. Κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να θεωρείται φιλελεύθερο. Από την άλλη – και αυτό είναι που έχει σημασία – αποφεύγει και να ενθαρρύνει το άτομο να συμβουλεύεται τη συνείδησή του προκειμένου να αποφασίζει μέσα σε ποιο πλαίσιο θα κάνει χρήση της ελευθερίας του. Είναι σαν να χαρίζεις σε κάποιον ένα γεμάτο περίστροφο χωρίς παράλληλα να του εξηγείς τη σημασία της οριοθέτησης στην επιλογή των στόχων!

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι ο Φιλελευθερισμός, ως γενικότερη φιλοσοφική στάση και όχι αποκλειστικά ως πολιτικό ή οικονομικό δόγμα, υποστηρίζει το δικαίωμα στη μεγιστοποίηση της ελευθερίας του ατόμου – μέλους μιας κοινωνίας. Αυτή η δυνατότητα, όμως, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα, αφού συναρτάται άμεσα με τους γενικούς (όχι μόνο τους οικονομικούς!) συσχετισμούς ισχύος ανάμεσα στα άτομα. Έτσι, η εκχώρηση μέρους της ελευθερίας του «ισχυρού» στον «ασθενέστερο» επαφίεται στη συνείδηση του πρώτου και αποτελεί, γενικά, ηθικό ζήτημα στο οποίο ο Φιλελευθερισμός αποφεύγει να πάρει θέση.

Σε καμία περίπτωση, ασφαλώς, δεν θα ισχυριζόμασταν ότι ο Φιλελευθερισμός είναι μία «ανήθικη» κοσμοθεωρία! Αυτό που λέμε είναι ότι ελάχιστα τον απασχολούν ζητήματα ηθικής, με εξαίρεση τη θέση ότι «ανήθικο» είναι μόνο το ανελεύθερο.

Όμως, η ελευθερία ως υπέρτατη ανθρώπινη αξία απλώνεται πέρα από τα όρια προβληματισμού του Φιλελευθερισμού. Γιατί, εκτός από την ελευθερία που διεκδικεί το άτομο ως κοινωνική μονάδα (στο πλαίσιο, δηλαδή, της σχέσης του με την κοινωνία) υπάρχει η ελευθερία του ανθρώπου στη σχέση του με τον εαυτό του. Μιλούμε εδώ για μία ελευθερία που είναι ζήτημα ατομικής συνειδητότητας και όχι υπόθεση συλλογικού θεσμικού πλαισίου. Ακόμα, λοιπόν, και σε ένα αυταρχικό καθεστώς που βίαια επιβάλλει τον περιορισμό της ελευθερίας, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για το άτομο είναι η απαλλαγή από τα δικά του, εσωτερικά δεσμά. Δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα οποία κατέχουν, ενδεικτικά, η ματαιοδοξία, η αλαζονεία, ο εγωκεντρισμός, η πλεονεξία, ο άκρατος ανταγωνισμός, η μισαλλοδοξία...

Και, εδώ θα συνταχθούμε απόλυτα με την φιλελεύθερη λογική: Κανένας νόμος και κανένα σύστημα κοινωνικών θεσμών δεν θα μπορέσουν ποτέ να προσδώσουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και να επιβάλουν ανθρώπινες ιδιότητες σε κάποιον που δεν επιθυμεί να τα διαθέτει. Όπως η κυνική αυτοσχέδια «χορεύτρια» της ιστορίας που αφηγηθήκαμε νωρίτερα...

ΤΟ ΒΗΜΑ, 10-7-2018

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Ο "Φιλελευθερισμός" και η παράνοια των ανοικτών συνόρων


Οι πιο κάτω θέσεις δεν ανήκουν σε κάποιον εκπρόσωπο του "προοδευτικού αντισυστημισμού", αλλά στον "γκουρού" του εν Ελλάδι φιλελευθερισμού, καθηγητή Αριστείδη Χατζή. Και, όταν μιλώ εδώ για φιλελευθερισμό δεν έχω στο νου τους αριστερούς Liberals στις ΗΠΑ, αλλά τους σκληρούς Libertarians (σε χαλαρή απόδοση, αυτούς περίπου που χαρακτηρίζουμε ως "νεοφιλελεύθερους" - όρο που, προσωπικά, θεωρώ απόλυτα δόκιμο). Αντιγράφω, αποσπασματικά, από πρόσφατη ανάρτηση του καθηγητή Χατζή στο Facebook:

Είμαι γνήσιος φιλελεύθερος, άρα όχι μόνο υπέρ της ελευθερίας μετακίνησης των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων αλλά κυρίως υπέρ της ελεύθερης μετακίνησης των ανθρώπων. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο είμαι υπέρ των προσφύγων και των μεταναστών, υπέρ του δικαιώματος κάθε ανθρώπου να αναζητήσει μια ασφαλέστερη, ελεύθερη και αξιοπρεπέστερη ζωή σε όποιο μέρος του πλανήτη επιθυμεί.

Αν ήμουν εγώ στη θέση αυτών των ανθρώπων, τι θα έκανα; Ακριβώς το ίδιο. Θα περνούσα σύνορα αδιαφορώντας για κινδύνους, απαγορεύσεις και απειλές. Θα έψαχνα δουλειά, ασφάλεια, ελευθερία, μια καλύτερη ζωή για μένα και τα παιδιά μου. Θα επιχειρούσα να φτάσω εκεί όπου θα πίστευα πως υπάρχει ελπίδα. Και κανένα επιχείρημα περί συνόρων δεν θα με έκανε να θεωρήσω ηθικό καθήκον μου να παραμείνω στην εξαθλίωση για να μην ξεβολέψω μερικούς προνομιούχους Ευρωπαίους. (!!!)

Είμαι φιλελεύθερος: άρα έχω ενσυναίσθηση και αλληλεγγύη για κάθε καταπιεσμένο, αδικημένο, εξαθλιωμένο. Θεωρώ υποχρέωσή μου να παλέψω για να καταργηθούν όλα τα θεσμικά εμπόδια που εμποδίζουν αυτούς τους δυστυχισμένους να προλάβουν να ζήσουν ως άνθρωποι.

Εγώ (και πολλοί πραγματικοί φιλελεύθεροι παγκοσμίως) είμαστε υπέρ των ανοικτών συνόρων. Με επιχειρήματα πολιτικά φιλελεύθερα αλλά και οικονομικά φιλελεύθερα: είναι βέβαιο πως τα ανοικτά σύνορα θα ελαχιστοποιήσουν την παγκόσμια φτώχεια και θα αυξήσουν την παγκόσμια ευημερία.

Δεν θα επιχειρήσω να τοποθετηθώ ευθέως στα γραφόμενα. Αντ' αυτού, θα παραθέσω ένα κείμενο που έγραψα πριν ένα χρόνο - μάλλον ως αστεϊσμό - στο πλαίσιο διαδικτυακού debate με πρώην φοιτήτριά μου που επίσης πίστευε στην de facto κατάργηση των συνόρων. Μόνο που εκείνη ουδόλως δήλωνε φιλελεύθερη. Πόσο μάλλον "νεοφιλελεύθερη"...

------------------------

Ένα από τα πάγια αιτήματα «προοδευτικών» συλλογικοτήτων (αλλά και ενός μικρού τμήματος της κοινοβουλευτικής Αριστεράς) είναι η εφαρμογή του δόγματος των ανοιχτών συνόρων (κατά μία έννοια, η de facto κατάργηση των συνόρων). Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει, θεωρητικά, η αυτοσυνέπεια ενός τέτοιου δόγματος;

Ενδιαφέρουσες απόψεις διαβάζει κανείς στα social media, τόσο από εκπροσώπους "συλλογικοτήτων" με κοινωνικές ευαισθησίες (ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την μετανάστευση), όσο και από μεμονωμένους ιδεολόγους που αμφισβητούν τις αξίες της αστικής δημοκρατίας. Μία από τις πλέον δημοφιλείς ιδέες είναι η κατάργηση των κρατικών συνόρων και της ιδιοκτησίας. Για να το πω απλοϊκά, θα πρέπει να καταργηθούν όλα τα σύνορα, κι ολόκληρη η Γη να γίνει μία ενιαία "χώρα" όπου όλοι θα κινούνται ελεύθερα και όλα θα ανήκουν σε όλους. Έτσι, οι άνθρωποι θα είναι ευτυχισμένοι, αφού, ως γνωστόν, αποκλειστικές πηγές δυστυχίας είναι το αίσθημα της ιδιοκτησίας και η ιδέα της αυτόνομης κρατικής υπόστασης!

Βέβαια, εδώ εγείρονται κάποια ερωτήματα:

– Αν ένα σύνορο είναι "κακό" πράγμα όταν διαχωρίζει κράτη, γιατί να υποθέσουμε ότι γίνεται αυτόματα "καλό" (ή έστω ανεκτό) όταν διαχωρίζει άλλου είδους υποστάσεις μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία; (Θα εξηγήσω παρακάτω.)

– Πόσο μακριά φτάνει η απαίτηση να ανήκουν τα πάντα σε όλους; Ας πούμε, ανήκει ή όχι αποκλειστικά σε εμένα το ηλεκτρονικό μέσο με το οποίο γράφω τούτες τις γραμμές; Μου ανήκουν τα βιβλία και τα μουσικά CD μου; Η συλλογή των στυλογράφων μου; (Ξέρω, ο μαρξισμός έχει απαντήσει στην πράξη σε τέτοια "γελοία" ερωτήματα περί των ορίων της ιδιοκτησίας. Όμως, η παρούσα ανάλυση αφορά πρωτογενείς έννοιες, όχι την ad hoc οριοθέτησή τους στο πλαίσιο μιας οποιασδήποτε πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας.)

Ένας ακαδημαϊκός δάσκαλος που σέβεται τον εαυτό του, προκειμένου να αναδείξει το ανέφικτο των ιδεαλιστικών οραμάτων που προκάλεσαν τούτη τη συζήτηση, θα προσπαθούσε να αντλήσει επιχειρήματα ανοίγοντας τόμους φιλοσοφίας ή πολιτικής επιστήμης και ξεσηκώνοντας σοφές ρήσεις μεγάλων στοχαστών της Ιστορίας. Προτιμώ να ακολουθήσω μία δική μου συλλογιστική μέθοδο που δεν καταρρίπτει εξαρχής, αλλά μάλλον προεκτείνει τη γραμμή σκέψης των (νεαρών, στην πλειοψηφία τους) ιδεολόγων.

Ας συμφωνήσουμε, καταρχήν, ότι ιδεολογίες αλά καρτ δεν υπάρχουν! Όταν πιστεύω σε κάτι, το δέχομαι σε όλες του τις εκφάνσεις και το υποστηρίζω ακόμα και όταν η εφαρμογή του δεν με συμφέρει προσωπικά. Ας αποδυθούμε, λοιπόν, σε ένα διανοητικό παιχνίδι που θα μας δείξει πόσο μακριά μπορεί να μας πάει η ιδέα της κατάργησης συνόρων και ιδιοκτησίας...

Ως γενική έννοια, το σύνορο οριοθετεί δύο ξεχωριστές υποστάσεις (π.χ., δύο κρατικές οντότητες) που δεν τέμνονται παρά μόνο στα σημεία του. Έτσι, θα θεωρήσουμε εδώ ως ισοδύναμους τους όρους "σύνορο" και "όριο".

Κατάργηση των συνόρων ανάμεσα σε δύο κράτη συνεπάγεται ελεύθερη διέλευση ανθρώπων από μία περιοχή Α σε μία περιοχή Β (και αντίστροφα). Αυτό εγείρει διάφορα ζητήματα. Για παράδειγμα:

– Πόσων ανθρώπων τις ανάγκες επιβίωσης μπορεί να εξυπηρετήσει η περιοχή Β; Ποιος θα είναι υπεύθυνος για την δίκαιη κατανομή των αγαθών, ελλείψει κρατικής εξουσίας;

– Είναι εξασφαλισμένη η αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων στην περιοχή Β υπό συνθήκες πιθανού υπερπληθυσμού; Ποιος θα εγγυηθεί την προστασία των πιο αδύναμων σε περίπτωση εισβολής βίαιων και πολεμοχαρών πληθυσμών;

– Ποιος θα τηρεί την τάξη σε μία περιοχή δίχως στρατό ή αστυνομία (δύο έννοιες που προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις σε εκείνους που ζητούν κατάργηση των συνόρων και της ιδιοκτησίας);

Αλλά, ακόμα κι αν δύσκολα καταργούνται τα σύνορα μεταξύ κρατών, υπάρχουν άλλα όρια που είναι στην διακριτική ευχέρεια του κάθε ανθρώπου να καταργήσει. Για παράδειγμα, ο αυλόγυρος περιβάλλει μία ιδιοκτησία – το σπίτι σου – και αποτελεί το σύνορό της. Αν στ' αλήθεια πιστεύεις ότι κάθε σύνορο που οριοθετεί μία ιδιόκτητη υπόσταση είναι "κακό" πράγμα και πρέπει να εκλείψει, ξεκίνα γκρεμίζοντας τον φράχτη του δικού σου σπιτιού και δώρησε σε όλη την κοινότητα τους καρπούς των δέντρων που με κόπο και φροντίδα έχεις καλλιεργήσει στον κήπο σου. Μπορείς, αν το επιθυμείς, να επιδιαιτητεύσεις για την ειρηνική και δίκαιη μοιρασιά των αγαθών στο πλήθος που ήδη θα πολιορκεί το σπίτι σου...

Όμως, ο αυλόγυρος δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Το ίδιο το σπίτι σου αποτελεί το σύνορο ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή σου. Μπορείς, αν θέλεις, να παραιτηθείς από το δικαίωμα ιδιοκτησίας που έχεις πάνω του και να ανοίξεις τις πόρτες σε όσους έχουν τη διάθεση να εισέλθουν. Φυσικά, καταργείται απόλυτα η ιδιωτική ζωή σου καθώς και η περιορισμένη, έστω, ελευθερία που σου πρόσφερε ένας οριοθετημένος δικός σου χώρος. Μικρές απώλειες, εν τούτοις, μπροστά στην αδιαπραγμάτευτη συνέπεια στην εφαρμογή των ιδεών σου...

Αλλά, ο αληθινός ιδεολόγος, εκείνος που θα ήταν πρόθυμος ακόμα και να θυσιαστεί για τις αξίες του, δεν σταματά στους μίζερους τοίχους ενός σπιτιού. Ποιο είναι, άραγε, το επόμενο στάδιο στην εξελικτική πορεία της ολικής κατάργησης των συνόρων; Μα – τι άλλο; – το ίδιο το ανθρώπινο σώμα! Το σώμα αποτελεί το όριο μέσα στο οποίο αυτονομείται η αντίληψη του "υπάρχω" ως μέρος του φυσικού κόσμου. Το σύνορο, δηλαδή, που χωρίζει το "εγώ" από το "όχι εγώ" σε επίπεδο υλικής υπόστασης. Κατάργηση της ιδιοκτησίας του σώματος σημαίνει γενική εκχώρηση δικαιώματος χρήσης του, ή ακόμα και παραβίασής του. Στην απόλυτα ιδανική κοινωνία που οραματιζόμαστε, ο βιασμός δεν υφίσταται ως ηθικό παράπτωμα! (Ας μην ξεχνούμε την κατ' ουσίαν "άφεση αμαρτιών" που παρέχουν οι ιδεολόγοι για εγκλήματα βίας – των βιασμών περιλαμβανομένων – που διαπράττονται από "παράτυπα" εισερχόμενους στη χώρα...)

Το μόνο που απομένει μετά την συνειδητή κι εκούσια κατάργηση του σώματος ως φυσικού ορίου, είναι η ατομική συνειδητότητα. Η αυτονομία, δηλαδή, της ατομικής συνείδησης. Η κατάργησή της θα οδηγήσει στην απορρόφηση και τελική συγχώνευση της αυτοσυνειδησίας μέσα σε μία ευρύτερη "μαζική συνείδηση". Η κοινωνία των ατόμων θα μετατραπεί έτσι σε πολτοποιημένη και ομοιογενή μάζα (μήπως δεν το έχουμε δει να συμβαίνει σε κάποια αυταρχικά καθεστώτα;) και ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος – το λέω συμβολικά – θα οδηγήσει νομοτελειακά στο τέλος της ανθρωπότητας όπως την έχουμε γνωρίσει!

Και λοιπόν, τι θέλει να μας πει ο "ποιητής"; Από φόβο μήπως τεντώσουμε στο όριο της θραύσης την ιδέα της κοινοκτημοσύνης, θα πρέπει άραγε να καταφύγουμε στον εγωκεντρικό – συχνά απάνθρωπο – ατομικισμό του κοινωνικού δαρβινισμού; Να χτίσουμε τείχη για ανθρώπους που ζητούν να επιλέγουν ελεύθερα το γεωγραφικό τους στίγμα; Να επιτρέψουμε τη συσσώρευση των αγαθών από λίγους, ενώ τα στερούνται οι πολλοί;

Μονοσήμαντες απαντήσεις δεν υπάρχουν, αφού κάθε ιδεολογικό σύστημα θα δώσει τις δικές του σε συνάρτηση με τις θεμελιώδεις αρχές και την κοινωνική του στόχευση. Το ερώτημα είναι καθαρά πρακτικό: Είναι εφικτός και βιώσιμος ένας κόσμος δίχως σύνορα; (Εννοώ, φυσικά, τα κρατικά σύνορα, αφού τα υπόλοιπα που αναφέρθηκαν ήταν προϊόντα της αχαλίνωτα επαγωγικής σκέψης μας. Ένα παιχνίδι και μόνο του μυαλού μας!)

Για κάποιους "αντιδραστικούς", σαν αυτόν που γράφει τώρα, η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι προφανής. Αλλά, μπορεί και να πέφτω έξω...

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Πολυπολιτισμικότητα: Όταν η Ευρώπη αυτοκτονεί...


Εκτενές απόσπασμα από το άρθρο "Πολυπολιτισμικότητα, αλλά με προϋποθέσεις!" (ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-6-2023):

------------------------

Θυμάμαι έντονα μία διαδρομή στο κέντρο της Αθήνας την περίοδο προ πανδημίας (η εικόνα σήμερα είναι εμφανώς διαφοροποιημένη). Ένας δρόμος που παριστούσε ανάγλυφα τον πολιτισμικό διχασμό στην πόλη ήταν η οδός Σοφοκλέους. Στο συλλογικό μας ασυνείδητο συνδέεται πάντα με το Χρηματιστήριο Αθηνών, το οποίο βρισκόταν στο νούμερο 10 της οδού ως το 2007. Και, θα λέγαμε, το κομμάτι της Σοφοκλέους από τη Σταδίου ως την Αθηνάς έφερε κάτι από την παλιά αίγλη του δρόμου. Ή, τουλάχιστον, θύμιζε δρόμους του κέντρου όπου συνηθισμένοι άνθρωποι κατέβαιναν να κάνουν τα ψώνια τους, να πάνε στις δουλειές τους, ή απλά να κάνουν έναν περίπατο.

Περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο της Αθηνάς και συνεχίζοντας στη Σοφοκλέους ως την Πειραιώς, ο περιηγητής βρισκόταν ξαφνικά σε έναν κόσμο διαφορετικό. Στην ουσία, σε άλλο «κράτος» με δική του αισθητική, δικά του ήθη και – το σημαντικότερο – δικούς του «νόμους», τους οποίους έτεινε να αποδέχεται, σχεδόν μοιρολατρικά, η ίδια η ελληνική πολιτεία. Και απαιτούσε μια δόση τόλμης (αν όχι αφροσύνης) για να περπατήσει κάποιος εκεί σαν έπεφτε το σκοτάδι...

Ο δρόμος αυτός, μαζί με πολλούς άλλους στη γύρω περιοχή, αποτελούσε μόνο ένα μικρό δείγμα από την γκετοποίηση περιοχών της Αθήνας (όχι αποκλειστικά στο κέντρο της), αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης στη χώρα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Τα ζητήματα που κατά κύριο λόγο συνεχίζουν να ανησυχούν τους κατοίκους της πόλης, μπορεί να χωριστούν σε δύο κατηγορίες. Αφενός, η εκρηκτική αύξηση της εγκληματικότητας με δράστες αλλοδαπούς μετανάστες. Αφετέρου, η πολιτισμική αλλοίωση της Αθήνας (όπως και άλλων πόλεων της Ευρώπης, γενικότερα) με την εμφάνιση ολοένα αυξανόμενων μειονοτικών ομάδων που δεν αποδέχονται τα Δυτικά πρότυπα και ήθη, με υπαρκτό τον κίνδυνο να διεκδικήσουν κάποτε δυναμικά την επιβολή δικών τους κανόνων ζωής στην ελληνική και την ευρωπαϊκή κοινωνία.

Ο Hanns Johst ήταν θεατρικός συγγραφέας με σημαίνουσα θέση στο Τρίτο Ράιχ. Σε ένα έργο του βάζει στο στόμα του ήρωά του την εξής διαβόητη, πλέον, φράση (η οποία συχνά αποδίδεται λανθασμένα στον Γκαίμπελς):

«Όταν ακούω τη λέξη ‘πολιτισμός’ ψάχνω για το πιστόλι μου!»

Φαντάζομαι πως αν ζούσε και έγραφε σήμερα, ίσως αντικαθιστούσε στην πιο πάνω φράση τη λέξη «πολιτισμός» με την περισσότερο επίκαιρη λέξη «πολυπολιτισμικότητα». Και ο ήρωας του έργου του θα παρέθετε μία σειρά από επιχειρήματα, μερικά από τα οποία θα ήταν, δυστυχώς, επαληθεύσιμα στην πράξη.

Αν θέλουμε να σιγήσουν οι φωνές των σύγχρονων “Johst”, θα πρέπει πριν απ’ όλα να πάψουμε να κλείνουμε τα μάτια στις προβληματικές όψεις του πολυπολιτισμικού φαινομένου, έτσι όπως αυτό κυριαρχεί σήμερα στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Και να συμφωνήσουμε ότι, πολυπολιτισμικότητα δίχως προϋποθέσεις απλά δεν είναι εφικτή. Δύο τέτοιες προϋποθέσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές:

1. Η πολυπολιτισμικότητα δεν είναι ένας αχταρμάς αλληλοσυγκρουόμενων πολιτισμικών ταυτοτήτων, όπου στο τέλος επικρατεί η πιο μαχητική ή η πιο βίαιη. Χτίζεται με κορμό μία προεξάρχουσα ταυτότητα με αδιαμφισβήτητα ιστορικά δικαιώματα και μη-διαπραγματεύσιμες θεμελιώδεις αρχές, τις οποίες οφείλει να αποδέχεται όποιος εντάσσεται στην πολυπολιτισμική κοινότητα. Οι αρχές αυτές τίθενται υπεράνω των ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών τα οποία φέρει το κάθε υποψήφιο νέο μέλος της κοινότητας.

Για παράδειγμα, τα θεσμικά κατοχυρωμένα φιλελεύθερα ήθη μίας χώρας δεν νοείται να τίθενται σε διαπραγμάτευση κατ’ απαίτηση μεταναστών με συντηρητικές καταβολές, ακόμα και αν η απαίτηση αυτή για περιορισμό της ελευθερίας αφορά αποκλειστικά και μόνο τη δική τους πληθυσμιακή ομάδα. Επίσης, σε έναν πολιτισμό που εξ ορισμού αναγνωρίζει ίσα δικαιώματα, ανεξάρτητα από το φύλο ή την θρησκευτική πίστη, δεν μπορούν να ενταχθούν άτομα που αμφισβητούν την κατεστημένη αυτή ισότητα.

2. Η πολυπολιτισμικότητα δεν επιβάλλεται de facto, ως αποτέλεσμα ανεξέλεγκτης εισροής μεταναστών. Διαμορφώνεται βήμα - βήμα με τρόπο συντεταγμένο και συμβατό με τους νόμους της χώρας υποδοχής. Με τον τρόπο αυτό (αν εξαιρέσουμε κάποιες θλιβερές ρατσιστικές παρεκκλίσεις) χτίστηκε το πλέον πολυπολιτισμικό έθνος του κόσμου: η Αμερική.

Ιδανικά, η πολυπολιτισμικότητα θα έπρεπε να είναι όχημα για τον εμπλουτισμό και τη διεύρυνση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αντί γι’ αυτό, τείνει να γίνει το όπλο με το οποίο ο ευρωπαϊκός πολιτισμός αυτοκτονεί υπό το βάρος τύψεων για αμαρτήματα των προγόνων του (τα απεχθή πρόσωπα της αποικιοκρατίας και του ρατσισμού δεν διαγράφονται, δυστυχώς, από τις σελίδες της Ιστορίας...). Και, τη στιγμή που η Ευρώπη που γέννησε τον Διαφωτισμό καλοδέχεται την πολιτισμική διαφορετικότητα, κάποιοι εκπρόσωποι της τελευταίας εργάζονται με τρόπο μεθοδικό, υπόγειο, συχνά ακόμα και δολοφονικό, για τη μετάβαση της ηπείρου σε μία κατάσταση πολιτισμικού μεσαίωνα που θα καταργεί με τη βία κάθε δικαίωμα στο διαφορετικό, και θα τιμωρεί σκληρά κάθε απόκλιση από τον έναν και μοναδικό «ορθό» τρόπο ζωής.

Ένα ειδεχθές έγκλημα που συντάραξε πριν λίγα χρόνια τη Γαλλία, χτύπησε το πιο ευαίσθητο κομμάτι ενός ανοιχτού και φιλελεύθερου κράτους: την εκπαίδευση. Ένας καθηγητής Ιστορίας αποκεφαλίστηκε έξω από το σχολείο του από έναν φανατικό, επειδή μία μαθήτρια «κατήγγειλε» ότι το θύμα ανέφερε στην τάξη κάτι που προσέκρουε στα θρησκευτικά «πιστεύω» του δολοφόνου. Πίσω από τον φυσικό αυτουργό, όμως, κρύβεται ένα ολόκληρο πλέγμα ακραίου και απόλυτα μη-ανεκτικού δογματισμού, το οποίο αντιπροσωπεύει μία τερατόμορφη, δυστυχώς, έκφανση της πολυπολιτισμικότητας. Και, στην κοινωνική αυτή παθογένεια βασίστηκε, μεταξύ άλλων, η ξενοφοβική ρητορεία της άκρας δεξιάς, που είχε σαν αποτέλεσμα να φέρει την κορυφαία εκπρόσωπο του χώρου σε απόσταση βολής από την γαλλική προεδρία.

Όσο και αν ακούγεται ως αστεϊσμός, η παρακάτω προτροπή θα μπορούσε στο ορατό μέλλον να αποτελέσει επίσημη οδηγία ενός ευρωπαϊκού υπουργείου παιδείας:

«Αν είσαι δάσκαλος, τις ιδέες του Διαφωτισμού είναι προτιμότερο να τις κρατάς μέσα στο κεφάλι σου. Αν τις διδάξεις, υπάρχει κίνδυνος να σου το κόψουν!»

Το να μένει το κεφάλι ενός δασκάλου στους ώμους του είναι, πιστεύουμε, μια ελάχιστη προϋπόθεση για την αποδοχή της πολυπολιτισμικότητας από μία σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία...

------------------------

Θα το επαναλάβω:

Η πολυπολιτισμικότητα τείνει να γίνει το όπλο με το οποίο ο ευρωπαϊκός πολιτισμός αυτοκτονεί υπό το βάρος τύψεων για αμαρτήματα των προγόνων του.

Πολύ καλύτερα το αναλύει ο Βρετανός συγγραφέας Douglas Murray στο παρακάτω video:


Όσον αφορά, τέλος, την παρανοϊκή ιδεολογία περί "ανοιχτών συνόρων", η πιο αποτελεσματική μέθοδος αποδόμησής της είναι η επαγωγική γενίκευσή της σε όλες τις δυνατές εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Κι αυτό οδηγεί σε συμπεράσματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν "σουρεαλιστικά"! Δείτε το πιο κάτω κείμενο (προϊόν, αρχικά, διαδικτυακού ντιμπέιτ με ένα πολύ δυνατό μυαλό που πέρασε κάποτε από τις τάξεις μου και, δυστυχώς, πήγε χαμένο...):

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Gravitation and spacetime geometry: A conceptual view


Κάποιες κριτικές που διάβασα για το βιβλίο μου "Aspects of Relativity in Flat Spacetime" (Springer, 2026) εξέφρασαν την "ένσταση" ότι το βιβλίο περιορίζεται στην Ειδική Σχετικότητα ("επίπεδος" χωροχρόνος) και δεν επεκτείνεται στη γενική θεωρία (καμπύλωση του χωροχρόνου λόγω της βαρύτητας).

Όμως, η Γενική Σχετικότητα δεν μπορεί να χωρέσει σε ένα ή δύο κεφάλαια ενός συνοπτικού εκπαιδευτικού συγγράμματος. Είναι τεράστιο πεδίο και απαιτεί μερικά "θηριώδη" μαθηματικά (χώροι Riemann, γενικοί μετασχηματισμοί χωροχρονικών συντεταγμένων, τανυστές, κλπ.)!

Εν τούτοις, υπάρχουν κάποια ερωτήματα στη Γενική Σχετικότητα που μπορούν να απαντηθούν σε εννοιολογικό επίπεδο, χωρίς τη χρήση του πιο "προχωρημένου" μαθηματικού φορμαλισμού της θεωρίας. Για παράδειγμα: πώς είναι δυνατό μία φυσική οντότητα, όπως το βαρυτικό πεδίο, να προκαλεί παραμόρφωση στη γεωμετρία του χώρου; Έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε, ο χώρος που μας περιβάλλει δεν φαίνεται καθόλου... παραμορφωμένος!

Δείτε ένα άρθρο που επιχειρεί να δώσει απαντήσεις. (Υπάρχει και ως Addendum στο ηλεκτρονικό χειρόγραφο του βιβλίου "Aspects of Relativity in Flat Spacetime".)

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης: Η νίκη της ιδεολογίας επί της δημοκρατίας

Ο συγγραφέας Ξενοφών Μπρουντζάκης βάζει το λεγόμενο "ηθικό πλεονέκτημα" της Αριστεράς στο χειρουργικό τραπέζι και εξετάζει πώς φτάσαμε να μιλάμε για "καλή" και "κακή" βία...

(...) Η μεγαλύτερη νίκη της ελληνικής Αριστεράς μετά το 1974 ήταν η πολιτισμική της κυριαρχία. Η ιδεολογική κυριαρχία της υπήρξε το σημαντικότερο πολιτισμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ιστορία, την πολιτική, την ηθική και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Η επιρροή της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των κομμάτων. Απλώθηκε στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία, στη διανόηση και στην τέχνη. Εκεί συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ιδεολογικό, ηθικό, σχεδόν θεολογικό αφήγημα που ανακατέταξε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία σε ένα νέο σύστημα ηθικών κατηγοριών. Οι πολιτικές συγκρούσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στους ηθικά δικαιωμένους και στους ιστορικά ενόχους, στους προοδευτικούς και στους αντιδραστικούς, στους ήρωες και στους προδότες. Έτσι αναδιαμορφώθηκε σταδιακά ο ίδιος ο ηθικός χάρτης της δημόσιας ζωής.

Οι εκλογές ήταν μόνο μια όψη της πολιτικής ζωής. Η πραγματική δύναμη αυτής της κυριαρχίας βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στη δυνατότητά της να καθορίζει τα όρια του ηθικά αποδεκτού, να αποφασίζει ποιος όφειλε να απολογείται και ποιος απολάμβανε εκ των προτέρων την κατανόηση της κοινωνίας. Σταδιακά επέβαλε το δικό της αξιακό σύστημα ως το κυρίαρχο μέτρο της δημόσιας ζωής. (...)

Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας δεν μετρήθηκε μόνο στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μετρήθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τη βία. Σε μια ώριμη δημοκρατία το πρώτο ερώτημα είναι τι συνέβη. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το πρώτο ερώτημα υπήρξε συχνά ποιος το έκανε. Από την απάντηση σε αυτό εξαρτιόταν όχι μόνο η πολιτική ερμηνεία αλλά πολλές φορές και η ίδια η ηθική αξιολόγηση της πράξης. Ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του δράστη, η πράξη μπορούσε να παρουσιαστεί ως κοινό έγκλημα ή ως πολιτική πράξη, ως τυφλή βία ή ως αντίσταση, ως τρομοκρατία ή ως έκφραση κοινωνικής οργής.

Αν ο δράστης προερχόταν από το χώρο που το κυρίαρχο μεταπολιτευτικό αφήγημα είχε ήδη κατατάξει στους εχθρούς της δημοκρατίας, η ηθική καταδίκη ήταν άμεση και αυτονόητη. Αν όμως προερχόταν από το χώρο που είχε αναγορευθεί σε ιστορικό φορέα της προόδου, της αντίστασης ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, προηγούνταν οι εξηγήσεις, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις και οι πολιτικές επιφυλάξεις. Ο ακροδεξιός ήταν δολοφόνος πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περιγραφή της πράξης του. Ο ακροαριστερός εμφανιζόταν ως αντιεξουσιαστής, αναρχικός, αλληλέγγυος, αντιφασίστας, αγωνιστής. Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί προηγούνταν της εγκληματικής ιδιότητας και πολλές φορές λειτουργούσαν ως σιωπηρό ελαφρυντικό. Πρώτα διευκρινίζονταν  ποιος ήταν ο δράστης και ύστερα τι σήμαινε η πράξη του. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά πρώτα τα κίνητρα του τρομοκράτη αντί να αναγνωρίζει το έγκλημα, έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση από τις αρχές του κράτους δικαίου.

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε, δικαίως, σύμβολο της εγκληματικής φύσης της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική δικαιοσύνη κινήθηκε, οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν και η οργάνωση οδηγήθηκε τελικά στην ιστορική της καταδίκη. Έτσι ακριβώς όφειλε να λειτουργήσει μια δημοκρατία. Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια ηθική καθαρότητα δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Γιατί οι δεκάδες νεκροί της τρομοκρατίας της άκρας Αριστεράς δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Γιατί ο Θάνος Αξαρλιάν δεν μετατράπηκε ποτέ σε διαρκές ηθικό σύμβολο μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει κάθε πολιτική δολοφονία. Γιατί επί χρόνια η δημόσια συζήτηση έμοιαζε περισσότερο πρόθυμη να ερμηνεύσει παρά να καταδικάσει εκείνους που πίστευαν ότι η βόμβα, το καλάσνικοφ ή η μολότοφ μπορούσαν να αποτελέσουν μορφές πολιτικής έκφρασης. (...)

Έτσι εξηγείται γιατί η τρομοκρατία της άκρας Αριστεράς αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντούσε κανείς απέναντι σε οποιανδήποτε άλλη μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Οι δικαστικές καταδίκες δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από μια αντίστοιχη ηθική απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας στον δημόσιο λόγο. Πάντοτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μιλήσει για τις κοινωνικές αιτίες, για την οργή της νεολαίας, για την κρατική καταπίεση, για τον καπιταλισμό, για τον ιμπεριαλισμό, για οτιδήποτε άλλο μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κατανόησης. Σαν να υπήρχαν εγκλήματα που απαιτούσαν μόνο δικαιοσύνη και άλλα που όφειλαν προηγουμένως να γίνουν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.

Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος μιας ιδεολογικής κυριαρχίας. Δεν καταφέρνει να πείσει ότι η βία είναι καλή. Καταφέρνει να πείσει ότι υπάρχουν μορφές βίας που αξίζουν περισσότερη κατανόηση από άλλες. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η ίδια η δημοκρατία αρχίζει να εφαρμόζει δύο διαφορετικά ηθικά μέτρα απέναντι στην ίδια εγκληματική πράξη. (...)

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες δίδαξε στον εαυτό της να αναζητά πρώτα την ιδεολογική προέλευση του δράστη και ύστερα να αξιολογεί την πράξη. Γιατί όταν η ηθική εξαρτάται από την πολιτική ταυτότητα, η δημοκρατία παύει να διαθέτει μια κοινή κλίμακα δικαιοσύνης. Αποκτά δύο. Και από τη στιγμή που μια δημοκρατία αποδέχεται δύο μέτρα απέναντι στην ίδια μορφή βίας, έχει ήδη αρχίσει να υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται.