Δύο δημοσιευμένα κείμενα με θέμα το εφιαλτικά κλιμακούμενο φαινόμενο της Γυναικοκτονίας στη χώρα μας. Επιχειρείται μία προσέγγιση τόσο από εννοιολογική, όσο και από νομική οπτική γωνία.
(ΤΟ ΒΗΜΑ, 31.08.2023)
Καμία λέξη ή έκφραση δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Τα λεξικά δεν προϋπήρξαν του ανθρώπου, τα έγραψαν ανθρώπινες κοινότητες μετά από μακραίωνες πορείες διαμόρφωσης γλωσσικών συμβάσεων. Και, κάθε λεξικό εμπλουτίζεται συνεχώς με νέα λήμματα, πολλά από τα οποία αντιστοιχούν σε λέξεις που κυκλοφορούν ανεπίσημα για ένα διάστημα ως νεολογισμοί. Ένας τέτοιος νεολογισμός, προϊόν ενός αποκρουστικού κοινωνικού φαινομένου της εποχής, είναι ο όρος «γυναικοκτονία».
Μορφή χιονοστιβάδας έχουν πάρει τα περιστατικά φρικιαστικών δολοφονιών γυναικών από τερατόμορφα «αρσενικά» (με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης) που δεν δέχονται αμφισβήτηση της ιδιοκτησιακής - όπως πιστεύουν - σχέσης τους με τη γυναίκα που έκανε κάποτε το λάθος να συσχετίσει μαζί τους τη ζωή της. Πρόκειται για έναν απόλυτα διακριτό τύπο κακουργήματος, ξέχωρο από άλλες εγκληματικές συμπεριφορές. Είναι, επομένως, αναγκαίο να περιγράφεται με έναν ειδικό όρο που να αποδίδει συμβολικά την ιδιαίτερη σημασία του.
Στο πλαίσιο του παρόντος σημειώματος, και με την επίγνωση ότι υπάρχουν εναλλακτικές απόψεις από ακαδημαϊκούς πολύ ειδικότερους του γράφοντος, ως γυναικοκτονία εννοούμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία. Θα μπορούσε, εν τούτοις, να περιλάβει τα σεξουαλικά εγκλήματα, αφού η πράξη του βιασμού συνίσταται σε de facto μετατροπή της γυναίκας σε «αντικείμενο», το οποίο ο βιαστής πρόσκαιρα θεωρεί ως «ιδιοκτησία» του και, σε ακραίες περιπτώσεις, είναι δυνατό ακόμα και να του αφαιρέσει τη ζωή.
Έχει αναπτυχθεί έντονη επιχειρηματολογία (κυρίως από νομικούς κύκλους) σύμφωνα με την οποία ο όρος «γυναικοκτονία» είναι περιττός και, ως εκ τούτου, μη δόκιμος, αφού μπορούμε να εντάξουμε αυτό το είδος εγκλήματος κατά γυναικών στην γενικότερη ανθρωποκτονία - ή, έστω, στην συζυγοκτονία (χωρίς προσδιορισμό φύλου). Αν, εν τούτοις, υιοθετήσουμε, ηθικά ή νομικά, μία τέτοια άποψη, αυτό που θα επιτύχουμε θα είναι να απορροφήσουμε μία πολύ ιδιαίτερη εγκληματική πράξη σε ένα ευρύτερο κακουργηματικό πλαίσιο, υποβαθμίζοντας και, τελικά, ακυρώνοντας το ειδικό βάρος της.
Παραδείγματα τέτοιων προσδιοριστικών λεκτικών επιμερισμών υπάρχουν πολλά. Μιλούμε, λ.χ., ειδικά για μισογυνισμό και δεν εντάσσουμε το φαινόμενο στην γενικότερη μισανθρωπία. Αναφερόμαστε σε ξενοφοβία αντί, γενικά, σε ανθρωποφοβία. Μιλάμε για κυνοφιλία όταν η λέξη «ζωοφιλία» δεν προσδιορίζει επαρκώς την ειδική αγάπη μας για τους σκύλους...
Η γυναικοκτονία, λοιπόν, αξίζει να προαχθεί από νεολογισμό σε δόκιμο όρο της γλώσσας μας και να βρει μία θέση στις νεότερες εκδόσεις των ελληνικών λεξικών και - γιατί όχι; - στις σελίδες των νομικών συγγραμμάτων.
Θα θέλαμε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε έναν αρκετά διαδεδομένο ορισμό τον οποίο, εν τούτοις, θεωρούμε λανθασμένο. Σύμφωνα με αυτόν, ως γυναικοκτονία (θα πρέπει να) θεωρείται η αφαίρεση της ζωής μίας γυναίκας επειδή ακριβώς είναι γυναίκα.
Τις προφανείς αδυναμίες του ορισμού αυτού επικαλούνται, μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, όσοι και όσες αρνούνται τον όρο «γυναικοκτονία». Διότι, αν η ίδια η γυναικεία φύση είναι το αίτιο των φόνων, τότε κάθε γυναίκα είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, εν δυνάμει θύμα κάποιου γυναικοκτόνου, ανεξάρτητα από την όποια σχέση μαζί του. Έτσι, από ιδιαίτερο και σαφώς περιγεγραμμένο τύπο εγκλήματος που διαπράττεται στο πλαίσιο διαπροσωπικών σχέσεων, η γυναικοκτονία καταλήγει να εντάσσεται στα γενικότερα εγκλήματα ρατσισμού (στην προκειμένη περίπτωση, σεξισμού, αφού η ιδιότητα που διαχωρίζει το θύμα από τον θύτη αφορά το φύλο). Ποιος ο λόγος, λοιπόν - επιχειρηματολογούν οι αρνητές - να επιβαρύνουμε το υπέρμετρα φορτωμένο νομικό σύστημα (αλλά και τα ίδια τα λεξικά της ελληνικής γλώσσας) με έναν ακόμα τύπο αδικήματος που προβλέπεται ήδη από υπάρχοντες νόμους;
Σημειώνουμε ότι στην Κύπρο η γυναικοκτονία είναι πλέον ιδιώνυμο αδίκημα που επισύρει αυστηρότατες ποινές (μία πολιτική επιλογή με ισχυρά συμβολική σημασία, πέραν της όποιας ποινικής). Σημειώνουμε επίσης ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει το έντονο (για να μην πω σχεδόν εμπαθές) ύφος κάποιων νομικών που αρθρογραφούν στο Διαδίκτυο εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη χρήση (νομική ή ακόμα και εννοιολογική) του όρου «γυναικοκτονία». Χωρίς μάλιστα να απουσιάζουν από τη γραφή τους και κάποιοι λαϊκιστικοί χαρακτηρισμοί (π.χ., ως «φεμινιστών») εκείνων που χρησιμοποιούν τον όρο.
Σε κάθε περίπτωση, το να αρνούμαστε να αρθρώσουμε τη λέξη «γυναικοκτονία», προσδοκώντας ότι έτσι θα αφαιρέσουμε το ηθικό βάρος από την πράξη, αποτελεί ξεκάθαρο δείγμα στρουθοκαμηλισμού. Και αυτό το κλείσιμο των ματιών απέναντι σε ένα αδιαμφισβήτητο κοινωνικό φαινόμενο ίσως μαρτυρά κάποιο αίσθημα ενοχής μιας «μάτσο» πατριαρχικής κουλτούρας που αρνείται - ή μάλλον, φοβάται - να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη...
(ΚΛΙΚ, 01.07.2026)
Σε προηγούμενο κείμενο είχαμε αναφερθεί στη δυσκολία που συναντά στη χώρα μας η αναγνώριση του κλιμακούμενου φαινομένου της γυναικοκτονίας ως μορφής εγκλήματος που φέρει ειδικό βάρος και θα πρέπει να διαχωρίζεται εννοιολογικά από την εν γένει ανθρωποκτονία. Με λιγότερο εμφατικό, ίσως, τρόπο σχολιάσαμε την άρνηση πολλών (ίσως των περισσότερων) νομικών της χώρας να αναγνωρίσουν την γυναικοκτονία ως ιδιώνυμο αδίκημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται (προφανώς αυστηρότερα) από ειδικό ποινικό νόμο και δεν απορροφάται από το γενικότερο κακουργηματικό πλαίσιο της ανθρωποκτονίας. Και είναι αλήθεια ότι η νομική αναβάθμιση της γυναικοκτονίας συνιστά ιδιαίτερα περίπλοκο νομικό ζήτημα το οποίο απαιτεί ακριβή καθορισμό των αναγκαίων προϋποθέσεων.
Το κείμενο που ακολουθεί αντανακλά τις σκέψεις ενός απλού πολίτη, μη-νομικού, και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρεί να "εισέλθει στα χωράφια" της νομικής επιστήμης! Θα επικαλεστώ εδώ προς εκ των προτέρων υπεράσπισή μου την άποψη ενός φίλου δικηγόρου ότι, κατά μία έννοια, η νομική επιστήμη και τα μαθηματικά έχουν ισχυρή συγγένεια μεταξύ τους, καθώς βασίζονται κατά κύριο λόγο στην λογική. Με όπλο την λογική και μόνο, λοιπόν, θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσον το έγκλημα της γυναικοκτονίας θα μπορούσε να αποκτήσει αυτοδύναμη νομική υπόσταση, πέραν της καθαρά εννοιολογικής (που ούτε κι αυτή, σημειώνω, είναι καθολικά αποδεκτή).
Παραθέτω μερικά βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν, χωρίς φυσικά η λίστα να είναι πλήρης (κάτι τέτοιο θα απαιτούσε νομικό σύγγραμμα πολλών δεκάδων σελίδων!):
1. Γιατί απαιτείται ειδικό νομικό πλαίσιο για την γυναικοκτονία; Δεν αρκεί το γενικότερο πλαίσιο της ανθρωποκτονίας; Και γιατί, με την ίδια λογική, να μην δεχθούμε ως ιδιώνυμο αδίκημα και την ανδροκτονία; (Προς αποφυγή ενστάσεων, δεν τοποθέτησα εισαγωγικά στην τελευταία λέξη.)
Η απάντηση είναι ότι οι νόμοι δεν θεσπίζονται αυθαίρετα αλλά υπαγορεύονται από τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες και συγκυρίες της κάθε εποχής. Οι γυναικοκτονίες τείνουν να λάβουν μορφή επιδημίας τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, και η μόνη άμυνα της κοινωνίας απέναντι στο επικίνδυνα κλιμακούμενο φαινόμενο είναι ο Νόμος. Φυσικά καταγράφονται και δολοφονίες ανδρών από γυναίκες, αλλά σε πολύ μικρότερο αριθμό και, κυρίως, με διαφορετικά κίνητρα από εκείνο των γυναικοκτονιών. Το οποίο κίνητρο θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να περιγράψουμε.
2. Τι ακριβώς συνιστά γυναικοκτονία, και με βάση ποιο κριτήριο διακρίνεται από τα γενικά εγκλήματα κατά της ζωής;
Σύμφωνα με τον ορισμό που έχουμε δώσει, ο οποίος εμπνέεται από το γενικό πλαίσιο κινήτρων που φαίνεται να υπαγορεύουν τα σχετικά εγκλήματα, ως γυναικοκτονία χαρακτηρίζουμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία (και, γενικότερα, η οικονομική εκμετάλλευση), η ακραία ασυμβατότητα χαρακτήρων που οδηγεί σε εκρηκτικές διενέξεις, κλπ. Θα εξαιρέσουμε, επίσης, το έγκλημα της ακούσιας ευθανασίας για λόγους ελέους, έτσι όπως το "δόξασε" το άθλιο "Amour" (sic) του Μίκαελ Χάνεκε. Τέλος, δεν θα περιλάβουμε στις γυναικοκτονίες εγκλήματα λόγω μίσους για το γυναικείο φύλο, γενικά (φόνος μίας γυναίκας "επειδή ακριβώς είναι γυναίκα"), δοθέντος ότι αυτά υπάγονται στα εγκλήματα σεξισμού και δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι σε αυτή την κατηγορία πλειοδοτεί το ένα φύλο έναντι του άλλου.
Η βασική γενεσιουργός αιτία της γυναικοκτονίας συνίσταται στην πεποίθηση του δράστη ότι αμφισβητείται στην πράξη - άρα απειλείται - η εξουσία του απέναντι στο θύμα. Ο άντρας, δηλαδή, δεν αισθάνεται πλέον ότι διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο πάνω στη γυναίκα που θεωρεί κτήμα του. Και, για κάποιους εγωκεντρικούς άντρες, εκείνο που δεν τους ανήκει πια δεν έχει καν δικαίωμα ύπαρξης...
Ως παραδείγματα αυθεντικών γυναικοκτονιών μπορούμε να αναφέρουμε, ενδεικτικά, κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις (ο κατάλογος, φυσικά, δεν είναι εξαντλητικός):
* Δολοφονία μίας γυναίκας από σύζυγο ή ερωτικό σύντροφο, όταν το θύμα εκδηλώσει πρόθεση διακοπής της σχέσης με τον θύτη (συχνά, μάλιστα, λόγω συστηματικής κακοποιητικής συμπεριφοράς του τελευταίου).
* Δολοφονία για λόγους ερωτικής αντιζηλίας, όταν η σύντροφος (ή πρώην σύντροφος) συνάψει σχέση με άλλο άτομο. Συχνά πρόκειται για έγκλημα που συντελείται μετά τον χωρισμό του θύτη από το θύμα.
* Σπανιότερα: Δολοφονίες γυναικών για λόγους "τιμής" σε οπισθοδρομικές και ανεξέλικτες κλειστές κοινωνίες. Δράστης θα μπορούσε να είναι ακόμα και ο ίδιος ο πατέρας - "ιδιοκτήτης" ex officio - του θύματος...
* Στα εγκλήματα γυναικοκτονίας θα μπορούσαμε να εντάξουμε και εκείνα που διαπράττονται στο πλαίσιο ενός βιασμού. Ο βιασμός ισοδυναμεί με "αντικειμενοποίηση" της γυναίκας και συνιστά de facto κατάργηση της ερωτικής αυτονομίας της. Ο βιαστής, σε ρόλο προσωρινού "ιδιοκτήτη" του "αντικειμένου", είναι δυνατό να φτάσει ακόμα και στο έγκλημα προκειμένου να ικανοποιήσει την νοσηρή ανάγκη επικυριαρχίας του.
3. Φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός ενός εγκλήματος ως γυναικοκτονίας βασίζεται στην απόδοση πολύ συγκεκριμένου "ιδιοκτησιακού" κινήτρου στον δράστη. Έτσι, η δίκη για μία ενδεχόμενη γυναικοκτονία ανάγεται κατ' ουσίαν σε δίκη προθέσεων. Πώς είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί νομικά το ειδικό αυτό κίνητρο του εγκλήματος;
Πρόκειται για το δυσκολότερο ζήτημα στη νομική θέσπιση της γυναικοκτονίας, και το μόνο που θα μπορούσα να κάνω ως μη-ειδικός είναι να περιγράψω ένα γενικό πλαίσιο ιδεών. Το ερώτημα είναι: Πώς πιστοποιείται το αίσθημα "ιδιοκτησίας" που φέρει ένα άτομο απέναντι σε ένα άλλο;
Ιδιοκτησία σημαίνει απόλυτο έλεγχο πάνω στο (θεωρούμενο ως) "αντικείμενο", στο οποίο αμφισβητείται το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής με στόχο, τελικά, την κατάργηση του αυτεξούσιου και την υποκατάστασή του από τη βούληση του "ιδιοκτήτη". Κριτήριο ιδιοκτησιακής αντίληψης, λοιπόν, είναι κάθε απόπειρα παράνομης στέρησης της ελευθερίας ενός άλλου ατόμου - εν προκειμένω, μίας γυναίκας, ανεξάρτητα από το αν στο πλαίσιο της ελευθερίας αυτής παραβιάζονται ή όχι καθιερωμένοι ηθικοί κανόνες. Ένας άντρας διατηρεί πάντα το δικαίωμα αξιοπρεπούς αποχώρησης από μία σχέση που έχει πάψει να ανταποκρίνεται στα προσωπικά του ιδεώδη. Αυτό που δεν του αναγνωρίζεται ως δικαίωμα είναι η αφαίρεση της ζωής της γυναίκας που τα διέψευσε!
4. Πέρα από την ως τώρα άρνηση του Νόμου να αναγνωρίσει την γυναικοκτονία ως τέτοια, έχει τουλάχιστον αυτός συμβάλει στην πρόληψη του φαινομένου;
Δυστυχώς, ο Νόμος έχει αποδειχθεί παντελώς ανεπαρκής σε ό,τι αφορά την προστασία της γυναίκας. Ενώ η γυναίκα ενθαρρύνεται να καταγγέλλει κακοποιητικές συμπεριφορές και, κυρίως, να αναφέρει στις Αρχές κάθε ένδειξη απειλής εναντίον της, δεν έχει βρεθεί αποτελεσματικός τρόπος περιορισμού των κινήσεων ενός αποφασισμένου δολοφόνου, ο οποίος κατά κανόνα βρίσκει το θύμα του μόνο και απροστάτευτο. Για τις Αρχές υπάρχει πάντα εκ των υστέρων δικαιολογία: δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια που τους επιτρέπει ο Νόμος ώστε να εφαρμόσουν αυστηρότερα μέτρα περιορισμού και ελέγχου. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι σχεδόν ρητορικό: Αντιλαμβάνεται, τελικά, ο νομοθέτης την ευθύνη του απέναντι στις γυναίκες που δεν μπόρεσαν (ίσως και κάποιες που αύριο δεν θα μπορέσουν) να δουν το φως της επόμενης μέρας; Ας μην αισιοδοξούμε υπερβολικά...
Γενικό συμπέρασμα: Η γυναικοκτονία μπορεί να αναβαθμιστεί σε ιδιώνυμο αδίκημα, εφόσον καθοριστούν επακριβώς από τους νομικούς τα πιστοποιητικά χαρακτηριστικά του ιδιαίτερου αυτού κακουργήματος που το διαχωρίζουν από κάθε άλλον τύπο εγκλήματος κατά της ζωής. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα πάψουμε κάποτε να κλείνουμε με προσποιητή αφέλεια τα μάτια μπροστά στην επικίνδυνη κλιμάκωση ενός φρικτού φαινομένου που ουδόλως κολακεύει μία σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία!



